Αγγλικά → Ελληνικά - fleshy

προφορά
επίθ. σαρκοειδής, σαρκώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - fleshy

προφορά
adj. fleshlike; full of flesh; meaty; fat

Αγγλικά → Γαλλικά - fleshy

προφορά
adj. charnu; gras

Αγγλικά → Γερμανικά - fleshy

προφορά
adj. fleischig; fleischartig; fett

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fleshy

προφορά
a. daging: penuh daging, gemuk, nafsu: penuh hawa nafsu, berair

Αγγλικά → Ιταλικά - fleshy

προφορά
agg. corpulento; polposo

Αγγλικά → Πολωνικά - fleshy

προφορά
a. mięsisty, cielisty, mięsny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fleshy

προφορά
adj. feito de carne; gordo

Αγγλικά → Ρουμανικά - fleshy

προφορά
a. cărnos, carne: de carne, senzual

Αγγλικά → Ρωσικά - fleshy

προφορά
прил. мясистый, толстый, плотский

Αγγλικά → Ισπανικά - fleshy

προφορά
adj. carnoso, carnudo, gordo, pulposo

Αγγλικά → Τουρκικά - fleshy

προφορά
s. etli, tombul, şişman, semiz, kilolu, et gibi, kemiksiz

Αγγλικά → Ουκρανικά - fleshy

προφορά
a. м'ясистий, тілистий

Αγγλικά → Ολλανδικά - fleshy

προφορά
bn. vlezig; vet

Αγγλικά → Αραβικά - fleshy

προφορά
‏دهني، بدين، سمين، لحمي، لبي، لحيم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fleshy

προφορά
(形) 肉的, 丰满的, 肉体的

Αγγλικά → Κινεζικά - fleshy

προφορά
(形) 肉的, 豐滿的, 肉體的

Αγγλικά → Χίντι - fleshy

προφορά
a. पुष्ट, मोटा, मांसल, गोश्त का, गुदगुदा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fleshy

προφορά
(形) 肉の; 肉づきのよい; 多肉質の

Αγγλικά → Κορεατικά - fleshy

προφορά
형. 살의, 다육질의; 비만의

Αγγλικά → Βιετναμικά - fleshy

προφορά
a. có nhiều thịt của trái cây, nhiều cơm, có nhiều nhựa, mập ra


dictionary extension
© dictionarist.com