Γερμανικά → Αγγλικά - flammend

προφορά
adv. flamingly, in a fiery manner; brilliantly; with intensity, passionately

Γερμανικά → Γαλλικά - flammend

προφορά
adj. flamme: de flammes, enflammé, ardent

Γερμανικά → Ιταλικά - flammend

προφορά
adj. fiammante, focoso, fiammeggiante, scintillante

Γερμανικά → Ρωσικά - flammend

προφορά
adj. пламенный

Γερμανικά → Ισπανικά - flammend

προφορά
adj. encendido, ardiente, flagrante, llameante

Γερμανικά → Κινεζικά - flammend

προφορά
adj. adv. 燃烧的。起火的。火焰的。


© dictionarist.com