Αγγλικά → Ελληνικά - flabby

προφορά
επίθ. πλαδαρός

Αγγλικά → Αγγλικά - flabby

προφορά
adj. weak, limp; drooping, hanging limply; soft

Αγγλικά → Γαλλικά - flabby

προφορά
adj. faible, mou, lâche, détendu; pendillant, pendu en mollesse; mou

Αγγλικά → Γερμανικά - flabby

προφορά
adj. weich, schlaff; schwach, schlapp

Αγγλικά → Ινδονησιακά - flabby

προφορά
a. lembek, lembut, lemah, lunak, gembur, lemah hati, lembut hati

Αγγλικά → Ιταλικά - flabby

προφορά
agg. flaccido, cascante, floscio, moscio; (fig) molle, fiacco, debole

Αγγλικά → Πολωνικά - flabby

προφορά
a. zwiotczały, wiotki, ślimakowaty, flakowaty, ślamazarny, miękki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - flabby

προφορά
adj. frouxo, débil, mole; flácido

Αγγλικά → Ρουμανικά - flabby

προφορά
a. moale, slăbit, molatic, moleşit, molâu, slab, pleoştit, bleg, fleşcăit, flasc, inconsistent, lăsător, vlagă: fără vlagă

Αγγλικά → Ρωσικά - flabby

προφορά
прил. отвислый, вялый, дряблый, слабохарактерный, мягкотелый, расплывчатый

Αγγλικά → Ισπανικά - flabby

προφορά
adj. fofo, abalado, blandengue, blando, blando de carnes, debilucho, desmalazado, flácido, flojo, gordinflón, laño, laxo

Αγγλικά → Τουρκικά - flabby

προφορά
s. gevşek, sarkık, yumuşak, güçsüz, iradesiz

Αγγλικά → Ουκρανικά - flabby

προφορά
a. в'ялий, слабохарактерний, розпливчастий, вялий, набресклий

Αγγλικά → Ολλανδικά - flabby

προφορά
bn. kwabbig, slap, zwak (v. karakter)

Αγγλικά → Αραβικά - flabby

προφορά
‏مترهل، رخو، ضعيف، لين‏

Αγγλικά → Κινεζικά - flabby

προφορά
(形) 软弱的, 不稳的, 没气力的

Αγγλικά → Κινεζικά - flabby

προφορά
(形) 軟弱的, 不穩的, 沒氣力的

Αγγλικά → Χίντι - flabby

προφορά
a. मृदु, कोमल, पिलपिला, ढीला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - flabby

προφορά
(形) たるんだ; 気力のない, 無気力な

Αγγλικά → Κορεατικά - flabby

προφορά
형. 흐느적흐느적한; 연약한; 부드러운

Αγγλικά → Βιετναμικά - flabby

προφορά
a. nhão, xệ, nhu nhược, yếu đuối


dictionary extension
© dictionarist.com