Αγγλικά → Ελληνικά - figuring

προφορά
[figure] ρήμ. μορφοποιώ, λογαριάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - figuring

προφορά
n. thinking; calculating; theorizing, speculating

Αγγλικά → Γαλλικά - figuring

προφορά
n. estimation; évaluation; description; représentation, figuration

Αγγλικά → Γερμανικά - figuring

προφορά
[figure] v. darstellen; mustern; sich etwas vorstellen; figurieren, eine Rolle spielen; in Zahlen ausdrücken; rechnen
n. Figurieren; Kalkulieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - figuring

προφορά
n. perhitungan

Αγγλικά → Ιταλικά - figuring

προφορά
s. calcolo, conto; rappresentazione, illustrazione, raffigurazione

Αγγλικά → Πολωνικά - figuring

προφορά
v. figurować, obliczać, wyobrażać, ozdobić, poznaczyć, oceniać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - figuring

προφορά
s. cálculo, conta; descrição, expressão

Αγγλικά → Ρουμανικά - figuring

προφορά
v. figura, schiţa, calcula, se cifra, crede, reprezenta grafic, simboliza, decora cu modele, desena, fi reprezentat în cifre, nota cu cifre, socoti, apărea, a-şi imagina, a-şi închipui

Αγγλικά → Ρωσικά - figuring

προφορά
[figure] г. изображать (графически), представлять себе, считать, полагать, фигурировать; подсчитывать, оценивать

Αγγλικά → Ισπανικά - figuring

προφορά
s. cálculo

Αγγλικά → Τουρκικά - figuring

προφορά
[figure] f. şekillendirmek, resmetmek, tasvir etmek, desenlemek, süslemek, düşünmek, yeralmak, rol oynamak, anlamı olmak, ifade etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - figuring

προφορά
n. виображення

Αγγλικά → Ολλανδικά - figuring

προφορά
zn. berekening, rekening; beschrijving

Αγγλικά → Αραβικά - figuring

προφορά
حسب, قرر, تخيل, زين, اعتبر, قام بسلسلة حركات

Αγγλικά → Κινεζικά - figuring

προφορά
[figure] (动) 描绘, 演算, 表示; 出现, 出名, 估计

Αγγλικά → Κινεζικά - figuring

προφορά
[figure] (動) 描繪, 演算, 表示; 出現, 出名, 估計

Αγγλικά → Χίντι - figuring

προφορά
v. गिनती करना, चित्रित करना, कल्पना करना, नक़्काशी से सजाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - figuring

προφορά
(名) フィギュアリング; 成形
(動) 計算する; 思う; 心に描く; 通る

Αγγλικά → Κορεατικά - figuring

προφορά
명. 계산하기; 생각하기; 이론화하기

Αγγλικά → Βιετναμικά - figuring

προφορά
v. phỏng chừng, tượng trưng, viết bằng số


dictionary extension
© dictionarist.com