Γαλλικά → Αγγλικά - fiel

προφορά
(m) n. gall, bile

Γερμανικά → Αγγλικά - fiel

προφορά
[fallen] v. fall, drop, tumble, go down, descend, sag, sink, droop, slump, submerge, move down to a lower level; collapse, decay, decline

Πορτογαλικά → Αγγλικά - fiel

προφορά
n. pointer, indicator

Ισπανικά → Αγγλικά - fiel

προφορά
adj. faithful, loyal, true; religious; accurate; dependable

Γαλλικά → Ιταλικά - fiel

προφορά
(conduite) cattiveria (f); astio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - fiel

προφορά
(conduite) malícia (f); maldade (f); vileza (f); ruindade (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - fiel

προφορά
n. желчь (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - fiel

προφορά
(conduite) malicia (f); rencor (m); malevolencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - fiel

προφορά
[le] öd, safra; kırgınlık; keder

Γερμανικά → Τουρκικά - fiel

προφορά
öd, safra, kırgınlık, keder

Πορτογαλικά → Γαλλικά - fiel

προφορά
1. (exemplar) conforme; exact; fidèle
2. (amizade) fidèle; loyal; véritable; vrai
3. (devoto) dévoué; attaché; fidèle

Ισπανικά → Γαλλικά - fiel

προφορά
1. (ejemplar) conforme; exact; fidèle
2. (amistad) fidèle; loyal; véritable; vrai
3. (dedicado) dévoué; attaché; fidèle 4. (religión - hombre) croyant (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - fiel

προφορά
n. zünglein, zeiger, gläubige
a. treu, ehrlich, wahr, zuverlässig, wahrheitsgemäß, bieder, getreu, sinngetreu, naturgetreu, wortgetreu, treuergeben, anhänglich, sicher, gläubig

Ισπανικά → Ρωσικά - fiel

προφορά
adj. верный, надежный, преданный

Γαλλικά → Ολλανδικά - fiel

προφορά
(conduite) hatelijkheid (f); gemeenheid (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - fiel

προφορά
trouw, getrouw

Ισπανικά → Κορεατικά - fiel

προφορά
adj. 성실한, 충성스러운, 정확한


© dictionarist.com