Αγγλικά → Ελληνικά - fearless

προφορά
επίθ. άφοβος, ατρόμητος

Αγγλικά → Αγγλικά - fearless

προφορά
adj. bold, courageous, unafraid

Αγγλικά → Γαλλικά - fearless

προφορά
adj. courageux, audacieux, hardi, intrépide, impavide

Αγγλικά → Γερμανικά - fearless

προφορά
adj. furchtlos, kühn, mutig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fearless

προφορά
a. takut: tdk takut, takut: tak kenal takut, gentar: yg tdk gentar

Αγγλικά → Ιταλικά - fearless

προφορά
agg. senza paura, impavido, intrepido

Αγγλικά → Πολωνικά - fearless

προφορά
a. nieustraszony, nietrwożny, nieulękły, nielękliwy, niebojaźliwy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fearless

προφορά
adj. sem medo, corajoso; destemido

Αγγλικά → Ρουμανικά - fearless

προφορά
a. neînfricat, îndrăzneţ

Αγγλικά → Ρωσικά - fearless

προφορά
прил. бесстрашный, неустрашимый, мужественный, безбоязненный

Αγγλικά → Ισπανικά - fearless

προφορά
adj. valiente, atrevido, audaz, impávido, intrépido, sin temor

Αγγλικά → Τουρκικά - fearless

προφορά
s. korkusuz, pervasız, cesur, gözüpek

Αγγλικά → Ουκρανικά - fearless

προφορά
a. безстрашний, сумирний, небоязкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - fearless

προφορά
bn. onverschrokken, onbevreesd

Αγγλικά → Αραβικά - fearless

προφορά
‏مقدام، جرىء، شجاع، جسور، لا يعرف الخوف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fearless

προφορά
(形) 大胆的, 无畏的, 勇敢的

Αγγλικά → Κινεζικά - fearless

προφορά
(形) 大膽的, 無畏的, 勇敢的

Αγγλικά → Χίντι - fearless

προφορά
a. निर्भय, निःशंक, निर्भीक, अक्खड़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fearless

προφορά
(形) 恐れを知らない; 恐れない

Αγγλικά → Κορεατικά - fearless

προφορά
형. 무서워하지 않는, 두려움이 없는, 대담한

Αγγλικά → Βιετναμικά - fearless

προφορά
a. gan dạ, dũng cảm, dạn dĩ


dictionary extension
© dictionarist.com