Αγγλικά → Ελληνικά - fealty

προφορά
(Lex**) αφοσίωση

Αγγλικά → Αγγλικά - fealty

προφορά
n. loyalty, faithfulness

Αγγλικά → Γαλλικά - fealty

προφορά
n. fidélité, foi

Αγγλικά → Γερμανικά - fealty

προφορά
n. Lehenstreue; Treue

Αγγλικά → Ιταλικά - fealty

προφορά
s. (Mediev) fedeltà, vassallaggio; lealtà

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fealty

προφορά
s. lealdade, fidelidade

Αγγλικά → Ρουμανικά - fealty

προφορά
n. cinste, fidelitate, loialitate

Αγγλικά → Ρωσικά - fealty

προφορά
с. верность вассала феодалу

Αγγλικά → Ισπανικά - fealty

προφορά
s. lealtad, fidelidad

Αγγλικά → Τουρκικά - fealty

προφορά
sadakat

Αγγλικά → Ολλανδικά - fealty

προφορά
zn. (leenmans)trouw, geloof

Αγγλικά → Κινεζικά - fealty

προφορά
(名) 忠诚, 忠实, 忠贞

Αγγλικά → Κινεζικά - fealty

προφορά
(名) 忠誠, 忠實, 忠貞

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fealty

προφορά
(名) 忠誠; 忠節の誓い; 忠義, 忠実

Αγγλικά → Βιετναμικά - fealty

προφορά
n. lời thề trung thành


© dictionarist.com