Αγγλικά → Ελληνικά - favourable

προφορά
επίθ. ευνοϊκός, αίσιος

Αγγλικά → Αγγλικά - favourable

προφορά
adj. positive, approving; likable; helpful, encouraging; promising; desirable (also favorable)

Αγγλικά → Γαλλικά - favourable

προφορά
adj. favorable, propice, bon

Αγγλικά → Γερμανικά - favourable

προφορά
adj. günstig, freundlich, vorteilhaft, positiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - favourable

προφορά
a. baik, aktif, menyenangkan: yg menyenangkan, menguntungkan: yg menguntungkan

Αγγλικά → Ιταλικά - favourable

προφορά
agg. favorevole, propizio, vantaggioso, fausto

Αγγλικά → Πολωνικά - favourable

προφορά
a. życzliwy, łaskawy, przychylny, pomyślny, dodatni, pozytywny, korzystny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - favourable

προφορά
adj. favorável, benigno

Αγγλικά → Ρουμανικά - favourable

προφορά
a. favorabil, prielnic, apreciativ, avantajos, binevoitor, bun, amabil

Αγγλικά → Ρωσικά - favourable

προφορά
прил. благоприятный, подходящий, удобный, благосклонный, расположенный, симпатизирующий

Αγγλικά → Ισπανικά - favourable

προφορά
Ex: Comment published so far is favourable, but the code still awaits widespread adoption.

Αγγλικά → Τουρκικά - favourable

προφορά
s. iyi niyetli, olumlu, elverişli, uygun, faydalı, avantajlı, tatminkâr, lehte, taraftar

Αγγλικά → Ουκρανικά - favourable

προφορά
a. сприятливий, прихильний, схвальний, нагідний, слушний

Αγγλικά → Ολλανδικά - favourable

προφορά
bn. positief, toestemmend; welwillend; gunstig; veelbelovend; gewenst

Αγγλικά → Αραβικά - favourable

προφορά
‏واعد، موافق، محاب، مساعد، إيجابي، سانح، مبشر، مؤات، ملائم، مناسب، مرض، مبشر بالنجاح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - favourable

προφορά
adj. 顺畅 (shun4 chang4), 利 (lı4), 有利 (you3 lı4), 合适的 (he2 shı4 de5), 合意的 (he2 yı4 de5), 适宜 (shı4 yı2), 占便宜 (zhan4 pıan2 yı4), 优厚 (you1 hou4), 优惠 (you1 huı4), 良好 (lıang2 hao3), 嘉许 (jıa1 xu3), 祯 (zhen1)

Αγγλικά → Κινεζικά - favourable

προφορά
adj. 順暢 (shun4 chang4), 利 (lı4), 有利 (you3 lı4), 合適的 (he2 shı4 de5), 合意的 (he2 yı4 de5), 適宜 (shı4 yı2), 佔便宜 (zhan4 pıan2 yı4), 優厚 (you1 hou4), 優惠 (you1 huı4), 良好 (lıang2 hao3), 嘉許 (jıa1 xu3), 禎 (zh

Αγγλικά → Χίντι - favourable

προφορά
a. उपकारक, भाग्यशील, अनुकूल, शुभ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - favourable

προφορά
(形) 良好な, 良性な, 順調な, 好調な; 好意的な

Αγγλικά → Κορεατικά - favourable

προφορά
형. 호의를 보이는, 유망한, 유리한

Αγγλικά → Βιετναμικά - favourable

προφορά
a. tốt, thuận tiện, ưu đải


dictionary extension
© dictionarist.com