Πορτογαλικά → Αγγλικά - favorecedor

προφορά
adj. preferring; favoring

Ισπανικά → Αγγλικά - favorecedor

προφορά
adj. becoming

Πορτογαλικά → Γαλλικά - favorecedor

προφορά
(chique) convenable; bienséant; séant; qui va bien

Ισπανικά → Γαλλικά - favorecedor

προφορά
(elegante) convenable; bienséant; séant; qui va bien

Ισπανικά → Γερμανικά - favorecedor

προφορά
n. gönner, beschützer
a. vorteilhaft, begünstigend


dictionary extension
© dictionarist.com