Αγγλικά → Ελληνικά - faulty

προφορά
επίθ. ελαττωματικός, σκάρτος

Αγγλικά → Αγγλικά - faulty

προφορά
adj. defective, flawed; damaged

Αγγλικά → Γαλλικά - faulty

προφορά
adj. défectueux, imparfait; incorrect; abîmé

Αγγλικά → Γερμανικά - faulty

προφορά
adj. fehlerhaft, mangelhaft; verdorben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - faulty

προφορά
a. cacat, cacad, salah

Αγγλικά → Ιταλικά - faulty

προφορά
agg. difettoso, imperfetto; di cui non ci si può fidare; scorretto

Αγγλικά → Πολωνικά - faulty

προφορά
a. wadliwy, brakowy, nieprawidłowy, błędny, mylny, nieścisły, kulawy {przen.}, niedoskonały, ułomny, niepoprawny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - faulty

προφορά
adj. falho, faltoso, defeituoso; estragado

Αγγλικά → Ρουμανικά - faulty

προφορά
a. defect: cu defecte, greşeală: cu greşeli, greşit, defectuos, imperfect, vinovat, păcătos

Αγγλικά → Ρωσικά - faulty

προφορά
прил. наделенный недостатками, несовершенный, неправильный, ошибочный, испорченный, поврежденный, неисправный

Αγγλικά → Ισπανικά - faulty

προφορά
adj. defectuoso, defectible, defectivo, deficiente, fallido, imperfecto

Αγγλικά → Τουρκικά - faulty

προφορά
s. kusurlu, hatalı, arızalı, bozuk

Αγγλικά → Ουκρανικά - faulty

προφορά
a. помилковий, хибний, недосконалий, пошкоджений

Αγγλικά → Ολλανδικά - faulty

προφορά
bn. gebrekkig, onvolledig; kapot

Αγγλικά → Αραβικά - faulty

προφορά
‏ناقص، ذو عيوب، ذو أخطاء، خاطئ، مختل‏
‏على نحو ناقص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - faulty

προφορά
(形) 有过失的; 不完美的; 有缺点的

Αγγλικά → Κινεζικά - faulty

προφορά
(形) 有過失的; 不完美的; 有缺點的

Αγγλικά → Χίντι - faulty

προφορά
a. अपराधी, दोषयुक्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - faulty

προφορά
(形) 欠点のある, 欠陥のある

Αγγλικά → Κορεατικά - faulty

προφορά
형. 결점이 있는, 흠이 있는; 손상된

Αγγλικά → Βιετναμικά - faulty

προφορά
a. không hoàn toàn, có khuyết điểm, sai lầm


dictionary extension
© dictionarist.com