Αγγλικά → Ελληνικά - fatiguing

προφορά
επίθ. κοπιαστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - fatiguing

προφορά
adj. tiring, exhausting, draining

Αγγλικά → Γαλλικά - fatiguing

προφορά
adj. fatiguant, épuisant

Αγγλικά → Γερμανικά - fatiguing

προφορά
[fatigue] v. ermüden
adj. ermüdend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fatiguing

προφορά
a. melelahkan, meletihkan

Αγγλικά → Ιταλικά - fatiguing

προφορά
agg. faticoso, che affatica

Αγγλικά → Πολωνικά - fatiguing

προφορά
a. męczący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fatiguing

προφορά
adj. fatigante

Αγγλικά → Ρουμανικά - fatiguing

προφορά
a. greu

Αγγλικά → Ρωσικά - fatiguing

προφορά
прил. утомительный, изнурительный

Αγγλικά → Ισπανικά - fatiguing

προφορά
adj. fatigoso, agotador

Αγγλικά → Τουρκικά - fatiguing

προφορά
s. yorucu, zahmetli

Αγγλικά → Ουκρανικά - fatiguing

προφορά
a. стомливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - fatiguing

προφορά
bn. afmattend, vermoeiend

Αγγλικά → Αραβικά - fatiguing

προφορά
‏متعب، مجهد، مرهق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fatiguing

προφορά
[fatigue] (动) 使疲劳; 使心智衰弱; 疲劳

Αγγλικά → Κινεζικά - fatiguing

προφορά
[fatigue] (動) 使疲勞; 使心智衰弱; 疲勞

Αγγλικά → Χίντι - fatiguing

προφορά
a. थकानेवाला, थकाऊ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fatiguing

προφορά
(形) 疲労させる; つらい
(動) 疲労させる

Αγγλικά → Κορεατικά - fatiguing

προφορά
형. 피곤하게 하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - fatiguing

προφορά
a. làm mòn, làm mệt mỏi


dictionary extension
© dictionarist.com