Πορτογαλικά → Αγγλικά - fatigoso

προφορά
adj. fatiguing, tiring, wearying, exhausting, draining

Ισπανικά → Αγγλικά - fatigoso

προφορά
adj. tiring, fatiguing, toilsome, labored

Ισπανικά → Γαλλικά - fatigoso

προφορά
(acción) fatigant; fastidieux; épuisant; éreintant

Ισπανικά → Γερμανικά - fatigoso

προφορά
a. mühsam, mühselig, mühevoll, beschwerlich, ermüdend, strapaziös, lästig, angreifend, kurzatmig

Ισπανικά → Ρωσικά - fatigoso

προφορά
adj. утомительный

Ισπανικά → Κορεατικά - fatigoso

προφορά
adj. 피곤하게 하는, 힘드는


© dictionarist.com