Γερμανικά → Αγγλικά - fanatisch

προφορά
adv. fanatically, zealously, immoderately, radically, devoutly

Γερμανικά → Γαλλικά - fanatisch

προφορά
adj. acharné, fanatique
adv. fanatiquement

Γερμανικά → Ιταλικά - fanatisch

προφορά
adj. fanatico

Γερμανικά → Ρωσικά - fanatisch

προφορά
adj. фанатический

Γερμανικά → Ισπανικά - fanatisch

προφορά
adj. fanático

Γερμανικά → Τουρκικά - fanatisch

προφορά
s. körü körüne, aşırı derecede

Γερμανικά → Ολλανδικά - fanatisch

προφορά
fanatiek

Γερμανικά → Κινεζικά - fanatisch

προφορά
adj. 狂热的。偏激的。


© dictionarist.com