Αγγλικά → Ελληνικά - family

προφορά
ουσ. οικογένεια, σόι, γένος

Αγγλικά → Αγγλικά - family

προφορά
n. group of persons who are related by blood; group of things which are related; plants or animals of the same genera
adj. of a family, of a group of relatives

Αγγλικά → Γαλλικά - family

προφορά
n. famille
adj. familial

Αγγλικά → Γερμανικά - family

προφορά
n. Familie, Einordnung in der Zoologie und Botanik
adj. familiär, Familie betreffend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - family

προφορά
n. keluarga, famili, pamili, bangsa, baka, perkauman, kaum, perindukan, suku, rumpun

Αγγλικά → Ιταλικά - family

προφορά
s. famiglia, nucleo familiare, gruppo di persone unite da un rapporto di parentela o affinità; gruppo di cose affini; (biol.) genere, classe
agg. di famiglia; familiare

Αγγλικά → Πολωνικά - family

προφορά
n. rodzina, krew, dom
a. rodzinny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - family

προφορά
s. família
adj. familiar; de família

Αγγλικά → Ρουμανικά - family

προφορά
n. familie, neam, trib, casă, menaj, seminţie, asemănare între membrii unei familii
a. casnic, familial

Αγγλικά → Ρωσικά - family

προφορά
с. семья, семейство, род, содружество
прил. семейный, родовой, фамильный

Αγγλικά → Ισπανικά - family

προφορά
s. familia, parentela, parientes, prole
adj. familiar, doméstico, hogareño

Αγγλικά → Τουρκικά - family

προφορά
i. aile, ev halkı, sülale, soy, familya, küme
s. aileye ait, aile, ailevi

Αγγλικά → Ουκρανικά - family

προφορά
n. родина, сімейство, співдружність, об'єднання, дім, плем'я, рід, сім'я
a. родинний, родовий, сімейний

Αγγλικά → Ολλανδικά - family

προφορά
zn. familie
bn. v.d. familie

Αγγλικά → Αραβικά - family

προφορά
‏عائلة، فصيلة، أسرة، عشيرة، نسب كريم، اسرة‏
‏عائلي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - family

προφορά
(名) 家, 家庭; 家族; 家人; 子女
(形) 家庭的; 家族的

Αγγλικά → Κινεζικά - family

προφορά
(名) 家, 家庭; 家族; 家人; 子女
(形) 家庭的; 家族的

Αγγλικά → Χίντι - family

προφορά
n. परिवार, कुटुंब, कुल, वंश, गोत्र, वर्ग, कुनबा, घराना, परिजन, गृहस्थी, अयाल, संतति, बाल-बच्चे, जाति, श्रेणी, श्रेणि
a. वंश-संबंधी, वंशगत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - family

προφορά
(名) 家族; 世帯; 子供たち; 家柄; 一族
(形) 家族の

Αγγλικά → Κορεατικά - family

προφορά
명. 가족, 혈족; 일족
형. 가족의

Αγγλικά → Βιετναμικά - family

προφορά
n. gia đình, gia tộc


dictionary extension
© dictionarist.com