Αγγλικά → Ελληνικά - fallacious

προφορά
επίθ. απατηλός

Αγγλικά → Αγγλικά - fallacious

προφορά
adj. false; mistaken; unsound; deceptive; disappointing

Αγγλικά → Γαλλικά - fallacious

προφορά
adj. fallacieux, déçu; erroné; trompeur; décevant

Αγγλικά → Γερμανικά - fallacious

προφορά
adj. lügnerisch; irrig; zermürbend; irreführend; enttäuschend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fallacious

προφορά
a. keliru, salah

Αγγλικά → Ιταλικά - fallacious

προφορά
agg. basato su un falso ragionamento; fallace, ingannevole

Αγγλικά → Πολωνικά - fallacious

προφορά
a. błędny, mylny, omylny, złudny, zwodniczy, wykrętny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fallacious

προφορά
adj. enganador, fraudulento; decepcionante

Αγγλικά → Ρουμανικά - fallacious

προφορά
a. greşit

Αγγλικά → Ρωσικά - fallacious

προφορά
прил. ошибочный, ложный

Αγγλικά → Ισπανικά - fallacious

προφορά
adj. falaz, delusorio, fraudulento

Αγγλικά → Τουρκικά - fallacious

προφορά
s. yanıltıcı, aldatıcı, safsatalı, boş, safsata, temelsiz

Αγγλικά → Ουκρανικά - fallacious

προφορά
a. помилковий, обманливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - fallacious

προφορά
bn. bedriegelijk, vals

Αγγλικά → Αραβικά - fallacious

προφορά
‏وهمي، خادع، منطو على مغالطة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fallacious

προφορά
(形) 谬误的; 虚妄的; 靠不住的

Αγγλικά → Κινεζικά - fallacious

προφορά
(形) 謬誤的; 虛妄的; 靠不住的

Αγγλικά → Χίντι - fallacious

προφορά
a. ग़लत, भ्रामक, भ्रमजनक, अशुद्ध, मिथ्या

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fallacious

προφορά
(形) 誤った; 当てにならない

Αγγλικά → Κορεατικά - fallacious

προφορά
형. 그릇된, 사람을 현혹시키는

Αγγλικά → Βιετναμικά - fallacious

προφορά
a. giả dối


© dictionarist.com