Αγγλικά → Ελληνικά - faithfulness

προφορά
ουσ. πιστότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - faithfulness

προφορά
n. loyalty, devotion; trustworthiness; factualness

Αγγλικά → Γαλλικά - faithfulness

προφορά
n. fidélité; se sacrifié à; rester fidèle à un lieu

Αγγλικά → Γερμανικά - faithfulness

προφορά
n. Treue, Ehrlichkeit, Gewissenhaftigkeit; Zuverlässigkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - faithfulness

προφορά
n. kesetiaan, kepatuhan, kejujuran

Αγγλικά → Ιταλικά - faithfulness

προφορά
s. fedeltà, lealtà; accuratezza

Αγγλικά → Πολωνικά - faithfulness

προφορά
n. wierność, dokładność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - faithfulness

προφορά
s. lealdade, fidelidade; dedicação

Αγγλικά → Ρουμανικά - faithfulness

προφορά
n. credinţă, fidelitate, loialitate, cinste

Αγγλικά → Ρωσικά - faithfulness

προφορά
с. верность, лояльность

Αγγλικά → Ισπανικά - faithfulness

προφορά
s. fidelidad, devoción, lealtad

Αγγλικά → Τουρκικά - faithfulness

προφορά
i. sadakât, bağlılık, doğruluk, dürüstlük, içtenlik, güvenilirlik, tamlık, iman, inanç

Αγγλικά → Ουκρανικά - faithfulness

προφορά
n. вірність, достовірність, чесність

Αγγλικά → Ολλανδικά - faithfulness

προφορά
zn. gelovigheid, trouw; toegewijdheid, overgave; betrouwbaarheid

Αγγλικά → Αραβικά - faithfulness

προφορά
‏جدير بالثقة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - faithfulness

προφορά
(名) 忠诚; 诚实; 正确

Αγγλικά → Κινεζικά - faithfulness

προφορά
(名) 忠誠; 誠實; 正確

Αγγλικά → Χίντι - faithfulness

προφορά
n. विश्वस्तता, वफ़ा, भक्ति, राज-भक्ति, सत्यता, सतीत्व, दुरुस्ती, यथार्थता, प्रामाणिकता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - faithfulness

προφορά
(名) 忠実; 正確さ

Αγγλικά → Κορεατικά - faithfulness

προφορά
명. 충실

Αγγλικά → Βιετναμικά - faithfulness

προφορά
n. thành thật


© dictionarist.com