Αγγλικά → Ελληνικά - facile

προφορά
επίθ. εύκολος, ευπροσήγορος

Αγγλικά → Αγγλικά - facile

προφορά
adj. easily done, accomplished without difficulty; moving in an easy manner, unconstrained; gentle, pleasant; flexible, yielding
adj. easy, simple, effortless; facile, handy; soft, even, fluent; light, quick
adj. easy, simple; plain, smooth, fluent

Αγγλικά → Γαλλικά - facile

προφορά
adj. facile, simple; rapide; superficiel; aisé, agréable

Αγγλικά → Γερμανικά - facile

προφορά
adj. leicht (getan), schnell (erworben); gefällig; flink; nachgiebig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - facile

προφορά
a. dikerjakan: yg mudah dikerjakan, diperoleh: yg mudah diperoleh, lancar, tergesa-gesa, penurut

Αγγλικά → Ιταλικά - facile

προφορά
agg. semplicistico, accomodante, compiacente

Αγγλικά → Πολωνικά - facile

προφορά
a. łatwy, lekki, powierzchowny, ustępliwy, zgodny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - facile

προφορά
adj. fácil, fluente; rápido; superficial; agradável, confortável

Αγγλικά → Ρουμανικά - facile

προφορά
a. uşor, facil, superficial, uşor de influenţat, îngăduitor, conciliant

Αγγλικά → Ρωσικά - facile

προφορά
прил. легкий, не требующий усилий, плавный, поверхностный; мягкий (о характере), податливый, уступчивый; снисходительный

Αγγλικά → Ισπανικά - facile

προφορά
adj. facilón, demasiado fácil; complaciente

Αγγλικά → Τουρκικά - facile

προφορά
s. kolay, basit, becerikli, usta, uysal, saf, rahat, akıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - facile

προφορά
a. легкий, сприйнятливий, поверховий

Γαλλικά → Αγγλικά - facile

προφορά
adj. easy, simple, effortless; facile, handy; soft, even, fluent; light, quick

Ιταλικά → Αγγλικά - facile

προφορά
adv. ready

Αγγλικά → Ολλανδικά - facile

προφορά
bn. oppervlakkig, makkelijk; vlot vaardig; aangenaam

Γαλλικά → Γερμανικά - facile

προφορά
adj. leicht, mühelos, einfach, pflegeleicht, spielend, unterhaltungs-, billig, flach, platt, oberflächlich, trivial, verträglich, umgänglich, fügsam, verführen: leicht zu verführen
adv. locker, gut und gerne

Γαλλικά → Ιταλικά - facile

προφορά
1. (explication) semplice; senza complicazioni
2. (attitude morale) di facili costumi; leggero
3. (travail) facile; comodo; di tutto riposo 4. (pas difficile) facile; non difficile; semplice

Γαλλικά → Πορτογαλικά - facile

προφορά
1. (explication) simples; clara; descomplicada
2. (attitude morale) promíscuo; libertino
3. (travail) fácil; mole {slang}; barbada {slang} 4. (pas difficile) fácil; simples; elementar

Γαλλικά → Ρωσικά - facile

προφορά
a. легкий, нетрудный, простой, податливый, слабый

Γαλλικά → Ισπανικά - facile

προφορά
1. (explication) sencillo; simple
2. (attitude morale) promiscuo; libertino
3. (travail) fácil; cómodo 4. (pas difficile) fácil; nada difícil; sencillo

Γαλλικά → Τουρκικά - facile

προφορά
kolay; kolayca yapılmış görünen; uysal

Ιταλικά → Γαλλικά - facile

προφορά
1. (lavoro) facile; pépère informal
2. (azione) paisible; sans encombre; sans anicroches; sans difficultés
3. (non difficile) facile; pas difficile; simple

Ιταλικά → Γερμανικά - facile

προφορά
adj. leicht, mühelos, deutlich, bequem, eingängig, glatt, flüssig, sanft, einfach, geneigt

Γαλλικά → Ολλανδικά - facile

προφορά
1. (explication) eenvoudig; simpel; niet ingewikkeld
2. (attitude morale) promiscue; losbandig
3. (travail) makkelijk; simpel 4. (pas difficile) gemakkelijk; eenvoudig; simpel; makkelijk; niet moeilijk

Αγγλικά → Αραβικά - facile

προφορά
‏رشيق، هين، سطحي، وديع، واثق من نفسه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - facile

προφορά
(形) 温和的, 灵巧的, 容易的

Αγγλικά → Κινεζικά - facile

προφορά
(形) 溫和的, 靈巧的, 容易的

Αγγλικά → Χίντι - facile

προφορά
a. सुगम, सुलभ, सहज, सरल-प्रकृति, आसान, सहल, सरल, अनुकूल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - facile

προφορά
(形) 容易な; すらすら動く; 器用な

Αγγλικά → Κορεατικά - facile

προφορά
형. 손쉬운, 쉽게 이해되는, 경솔한, 고분고분한

Αγγλικά → Βιετναμικά - facile

προφορά
a. dể làm, dể dải, dể tánh, dể chịu, dể dàng


© dictionarist.com