Αγγλικά → Ελληνικά - fabricate

προφορά
ρήμ. κατασκευάζω, επινοώ

Αγγλικά → Αγγλικά - fabricate

προφορά
v. make up, concoct; invent; fake, falsify; make, build, construct
v. manufacture, make by machine (especially on a large scale); create, make, produce; mass-produce; fabricate, invent

Αγγλικά → Γαλλικά - fabricate

προφορά
v. fabriquer, imaginer; inventer; falsifier; créer, construire, assembler

Αγγλικά → Γερμανικά - fabricate

προφορά
v. erfinden, herstellen; fälschen; konstruieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fabricate

προφορά
v. mengarang-ngarang, memalsukan, menirukan, membangun, membuat

Αγγλικά → Ιταλικά - fabricate

προφορά
v. fabbricare, costruire; montare; architettare, ideare; inventare; (fig) falsificare

Αγγλικά → Πολωνικά - fabricate

προφορά
v. wytwarzać, zmyślać, sfabrykować, fabrykować, wytworzyć, zmyślić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fabricate

προφορά
v. fabricar; construir; falsificar; preparar; inventar; criar

Αγγλικά → Ρουμανικά - fabricate

προφορά
v. fabrica, produce, construi, născoci, inventa, închipui, iscodi, scorni, scoate

Αγγλικά → Ρωσικά - fabricate

προφορά
г. выдумывать, фабриковать, подделывать, производить, выделывать, изготовлять

Αγγλικά → Ισπανικά - fabricate

προφορά
v. fabricar, elaborar, forjar, hacer, producir

Αγγλικά → Τουρκικά - fabricate

προφορά
f. üretmek, uydurmak, atmak, yalan söylemek, sahtesini yapmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - fabricate

προφορά
v. вигадувати, фабрикувати, виготовляти, злагоджувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - fabricate

προφορά
ww. bouwen, vervaardigen; verzinnen, vervalsen

Αγγλικά → Αραβικά - fabricate

προφορά
‏ركب، لفق، زيف، أنشأ، صنع، إخترع، بتدع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fabricate

προφορά
(动) 制造; 伪造; 组装; 杜撰

Αγγλικά → Κινεζικά - fabricate

προφορά
(動) 製造; 偽造; 組裝; 杜撰

Αγγλικά → Χίντι - fabricate

προφορά
v. निर्माण करना, जाल करना, जालसाज़ी के रूप में करना, गढ़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fabricate

προφορά
(動) 組み立てる; でっち上げる; 偽造する

Αγγλικά → Κορεατικά - fabricate

προφορά
동. 만들다; 제조하다; 꾸며내다, 조작하다, 짜맞추다

Αγγλικά → Βιετναμικά - fabricate

προφορά
v. chế tạo, đặt ra, ngụy tạo


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: fabricating
Present: fabricate (3.person: fabricates)
Past: fabricated
Future: will fabricate
Present conditional: would fabricate
Present Perfect: have fabricated (3.person: has fabricated)
Past Perfect: had fabricated
Future Perfect: will have fabricated
Past conditional: would have fabricated
© dictionarist.com