Αγγλικά → Ελληνικά - extreme

προφορά
επίθ. έσχατος, άκρος, ακραίος, άκρο

Αγγλικά → Αγγλικά - extreme

προφορά
n. pronounced or excessive degree, highest degree; complete opposite
adj. radical, excessive; most, greatest; farthest
n. extreme, pronounced or excessive degree, highest degree

Αγγλικά → Γαλλικά - extreme

προφορά
n. extrémité; contraste absolu
adj. extrémiste; extrême

Αγγλικά → Γερμανικά - extreme

προφορά
n. Extreme, äußere Umstände; völliger Gegensatz
adj. extrem; äußerst

Αγγλικά → Ινδονησιακά - extreme

προφορά
n. perbedaan besar, perbedaan penting
a. tertinggi, hebat sekali, bukan main, bukan buatan, bukan kepalang, kesangatan, terik, lajat, keras, teruk, ekstrim, ekstrem

Αγγλικά → Ιταλικά - extreme

προφορά
s. estremo, eccesso; punta estrema
agg. estremo, grandissimo, sommo; drastico, senza mezzi termini, draconiano; da estremista, estremistico

Αγγλικά → Πολωνικά - extreme

προφορά
n. kraniec, ostateczność, skrajność, ekstremum
a. najdalszy, ostateczny, skrajny, krańcowy, najwyższy, nadzwyczajny, niezwykły, nieopisany, radykalny, niepomierny, największy, ogromny, okropny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - extreme

προφορά
s. extremo; excessivo
adj. extremo, radical; demasiado

Αγγλικά → Ρουμανικά - extreme

προφορά
n. extremă, extremitate
a. extrem, mare: foarte mare, excesiv, sever: foarte sever, straşnic, urmă: din urmă, ultim, extraordinar

Αγγλικά → Ρωσικά - extreme

προφορά
с. крайность, крайняя степень, крайняя противоположность
прил. крайний, глубокий, последний, чрезвычайный, величайший, чрезмерный, экстремальный, несусветный

Αγγλικά → Ισπανικά - extreme

προφορά
s. extremo; demasía
adj. extremo, acérrimo, de ultranza, extremado, extremista, extremoso

Αγγλικά → Τουρκικά - extreme

προφορά
i. en uç nokta, sınır, son derece, aşırı derece, ölçüsüzlük, aşırılık, tezat, çıkmaz
s. en uç, aşırı, olağanüstü, ölçüsüz, son derece, şiddetli, kesin, mutlâk

Αγγλικά → Ουκρανικά - extreme

προφορά
n. крайність, надмірність
a. крайній, надзвичайний, екстремальний
adv. конче

Γερμανικά → Αγγλικά - extreme

προφορά
adj. radical, excessive; most, greatest; farthest

Ισπανικά → Αγγλικά - extreme

προφορά
[extremar] v. take it to an extreme

Αγγλικά → Ολλανδικά - extreme

προφορά
zn. uiterste, extreem
bn. extreem; betwist

Γερμανικά → Τουρκικά - extreme

προφορά
en uçtaki, had safhadaki, son, sinir, asiri, çok büyük, son derece, çok, (düsünce vb.) asiri, müfrit, en uzak nokta, uç, son had

Γερμανικά → Ολλανδικά - extreme

προφορά
extreme ,extreem

Αγγλικά → Αραβικά - extreme

προφορά
‏درجة قصوى، طرف، طرف التناسب، إفراط، حد‏
‏متطرف، أقصى، بالغ، صارم، مفرط، نهائي، أخير، شديد، مبالغ فيه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - extreme

προφορά
(名) 极端, 末端
(形) 极端的, 偏激的, 尽头的

Αγγλικά → Κινεζικά - extreme

προφορά
(名) 極端, 末端
(形) 極端的, 偏激的, 盡頭的

Αγγλικά → Χίντι - extreme

προφορά
n. अधिकतम मात्रा, सिरा, किनारा
a. दूरतम, अति अधिक, परम, चरम, अग्र क्रांतिकारी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - extreme

προφορά
(形) 過激な; 極度の; 極端な, 正反対の
(名) 極度, 過激; 極端, 正反対

Αγγλικά → Κορεατικά - extreme

προφορά
명. 극단, 과도, 극도; 완전한 반대편
형. 극도의, 과격한, 지나친; 극단의, 가장 멀리 떨어진

Αγγλικά → Βιετναμικά - extreme

προφορά
n. chổ tột cùng
a. cực, xa nhứt, hết sức, cùng cực


dictionary extension
© dictionarist.com