Αγγλικά → Ελληνικά - extract

προφορά
ουσ. απόσταγμα, εκχύλισμα
ρήμ. εκμαιεύω, αποσπώ, εξάγω, εκλέγω

Αγγλικά → Αγγλικά - extract

προφορά
n. substance obtained from a plant or other matter, essence; passage, excerpt, quotation (from a text)
v. remove, take out; squeeze, press
n. extract, excerpt; essence

Αγγλικά → Γαλλικά - extract

προφορά
n. extrait, concentré; morceau, fragment
v. extraire, arracher; secourir; extorquer

Αγγλικά → Γερμανικά - extract

προφορά
n. Extrakt; Abschnitt, Text
v. befreien; auspressen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - extract

προφορά
n. sari, ekstrak, petikan, kutipan, guntingan
v. mencabut, mencabuntukan, membubut, mempertarikkan, mengambil sari, memeras, mengutip dr buku, menyadap, mengeduk, menggali, menyuling

Αγγλικά → Ιταλικά - extract

προφορά
s. estratto; brano scelto, stralcio; essenza
v. estrarre, cavare, tirar fuori; derivare, ricavare; stralciare; citare; estorcere, strappare

Αγγλικά → Πολωνικά - extract

προφορά
v. wypisać, wyciągać wnioski, czerpać {przen.}, wyciągać {mat.}, ekstrahować, ekstrakt: zrobić ekstrakt, wyrwać, wydobyć, wybić, wyłudzać, wypruć, wyrywać, wybijać, wyłudzić, wypruwać
n. ekstrakt, esencja, wyciąg, wyjątek, wypis

Αγγλικά → Πορτογαλικά - extract

προφορά
s. extrato; trecho; síntese
v. extrair, retirar, fazer a extração; espremer

Αγγλικά → Ρουμανικά - extract

προφορά
v. extrage, scoate, lua, alege, împrumuta, trage, avea plăcere, distila
n. extras, pasaj, fragment, extract, esenţă

Αγγλικά → Ρωσικά - extract

προφορά
с. экстракт, вытяжка, выдержка, извлечение
г. извлекать, удалять; получать экстракт, выжимать, выделять; добывать (из недр земли); извлекать корень [мат.]

Αγγλικά → Ισπανικά - extract

προφορά
s. extracto, compendio, concentrado, condensado, síntesis, substancia, sustancia; zumo, licuado
v. extraer, remover, sacar; extractar

Αγγλικά → Τουρκικά - extract

προφορά
f. çekmek, ihraç etmek, almak, çıkarmak, özünü çıkarmak, sağlamak, seçerek almak, tatmak
i. öz, esas, özet, seçme parça, alıntı, özüt

Αγγλικά → Ουκρανικά - extract

προφορά
n. екстракт, витяжка, випис, виписка, витяг
v. витягувати, випарювати, вибирати, вирвати, вирізати, витягти

Ρουμανικά → Αγγλικά - extract

n. extractive, extract

Ολλανδικά → Αγγλικά - extract

προφορά
n. extract, excerpt; essence

Αγγλικά → Ολλανδικά - extract

προφορά
zn. samenvatting; uittreksel; versie
ww. uittrekken; bevrijden

Ολλανδικά → Γαλλικά - extract

προφορά
1. (apotheek) extrait (m)
2. (culinair) extrait (m); concentré (m)

Αγγλικά → Αραβικά - extract

προφορά
‏خلاصة، المقتطف، المستخرج، الفصلة‏
‏إقتلع، إنتزع، إستخلص، إستخرج، إقتبس، إستقطر، إقتطف، دخل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - extract

προφορά
(名) 榨出物, 选粹, 精汁
(动) 摘录, 吸取, 析取

Αγγλικά → Κινεζικά - extract

προφορά
(名) 榨出物, 選粹, 精汁
(動) 摘錄, 吸取, 析取

Αγγλικά → Χίντι - extract

προφορά
n. निचोड़, सार, रस, उद्धरण, सत्त
v. अर्क़ निकालना, ऐंठना, सत्त निकालना, उद्धरण देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - extract

προφορά
(動) 引き抜く; 引き出す; 書き抜く
(名) 抽出物; 抜粋(本文からの)

Αγγλικά → Κορεατικά - extract

προφορά
명. 추출물; 인용어구
동. 뽑아내다, 제거하다; 짜내다, 쥐어짜다

Αγγλικά → Βιετναμικά - extract

προφορά
n. chất tinh, chất rút, lấy một vật khác ra, đoạn văn trích ra, máy ép
v. lấy, ép, trích một đoạn, nhổ lên, lấy căn số, rút ra, rút tỉa ra, nhổ ra, lấy lên, ép ra


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: extracting
Present: extract (3.person: extracts)
Past: extracted
Future: will extract
Present conditional: would extract
Present Perfect: have extracted (3.person: has extracted)
Past Perfect: had extracted
Future Perfect: will have extracted
Past conditional: would have extracted
© dictionarist.com