Αγγλικά → Ελληνικά - extra

προφορά
επίθ. έκτακτος, πρόσθετος
επίρ. περιπλέον, επιπλέον

Αγγλικά → Αγγλικά - extra

προφορά
n. one who performs a secondary role in a film; special edition, supplement
adj. additional, supplementary
pref. outside, external

Αγγλικά → Γαλλικά - extra

προφορά
n. extra, figurant; dépense supplémentaire
adj. supplémentaire; extra; extraordinaire
pref. extra- (externe)

Αγγλικά → Γερμανικά - extra

προφορά
n. Statist; Sonderausgabe
adj. extra, besonders, zusätzlich
pref. außer

Αγγλικά → Ινδονησιακά - extra

προφορά
n. edisi tambahan, figuran
a. ekstra, tambahan
adv. istimewa: secara istimewa

Αγγλικά → Ιταλικά - extra

προφορά
s. soprappiù, extra, supplemento, aggiunta; spesa extra; (Giorn) edizione straordinaria; (Cin, Teat) comparsa
agg. supplementare, addizionale, aggiuntivo, extra; eccellente, superiore
pref. pi£ del normale; eccezionalmente, straordinariamente

Αγγλικά → Πολωνικά - extra

προφορά
n. dodatek, statysta {teatr.}, aut
a. dodatkowy, dostawny, luksusowy, nadzwyczajny, specjalny
adv. nadzwyczajnie, dodatkowo, osobno

Αγγλικά → Πορτογαλικά - extra

προφορά
s. excesso; suplemento; gasto extraordinário
adj. extra, adicional, acessório
pref. extra, externo

Αγγλικά → Ρουμανικά - extra

προφορά
n. plată suplimentară, plus, supliment, calitate superioară, figurant {fam.}, ediţie specială
a. suplimentar, extraordinar, deosebit, special
adv. afară de, plus: în plus

Αγγλικά → Ρωσικά - extra

προφορά
с. приплата, что-либо дополнительное; экстренный выпуск; высший сорт; статист
прил. добавочный, дополнительный; экстренный, особый, специальный; высшего качества; лишний
pref. сверх-

Αγγλικά → Ισπανικά - extra

προφορά
s. extra, figurante, propina, sobrante
adj. adicional, extraordinario, sobrero, supletorio
pref. extra-, (fuera de)

Αγγλικά → Τουρκικά - extra

προφορά
i. ekstra şey, ek, ilave, ek iş, ekstra masraf, ilave (gazete), zam, figüran
s. ekstra, ek, fazla, üstün, olağanüstü, ilave edilen, ilave
zf. ekstra olarak, ayrıca, ilaveten, fazladan

Αγγλικά → Ουκρανικά - extra

προφορά
n. націнка, екстрений випуск, вищий сорт
a. додатковий, екстрений, особливий
adv. особливо, окремо

Γαλλικά → Αγγλικά - extra

προφορά
adj. extra, additional, supplementary

Γερμανικά → Αγγλικά - extra

προφορά
pref. outside, external

Ιταλικά → Αγγλικά - extra

προφορά
n. extra, supplement

Πορτογαλικά → Αγγλικά - extra

προφορά
adj. extra, more, plus, spare
n. excess, extra, movie extra

Ρουμανικά → Αγγλικά - extra

a. extrafine, super, superior, run: out of the common run

Ισπανικά → Αγγλικά - extra

προφορά
n. extra, bonus

Ολλανδικά → Αγγλικά - extra

προφορά
adj. extra, additional, spare, buckshee, plus
adv. extra, specially

Αγγλικά → Ολλανδικά - extra

προφορά
zn. toegift; extra uitgave
bn. extra, erbijkomend
pref. buiten- (voorwoord)

Γαλλικά → Γερμανικά - extra

προφορά
adj. extra-, erstklassig, extra, klasse, spitzen-, lecker: sehr lecker, toll, bärenstark
adv. extra

Γαλλικά → Ιταλικά - extra

προφορά
1. (information) addizionale; supplementare; aggiuntivo; extra
2. (cadeau) omaggio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - extra

προφορά
1. (information) adicional; suplementar; extra
2. (cadeau) presente (m); prêmio (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - extra

προφορά
1. (information) adicional; suplementario; complementario; adjunto; anexo
2. (cadeau) obsequio (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - extra

προφορά
ekstra, birinci sınıf, üstün kaliteli

Γερμανικά → Γαλλικά - extra

προφορά
n. accessoire (m)
adj. extra
adv. extra, plus: en plus, exprès, part: à part, séparément

Γερμανικά → Ιταλικά - extra

προφορά
n. extra (m), optional (m)
adj. extra, speciale, straordinario
adv. appositamente, più: in più, separatamente, straordinariamente

Γερμανικά → Ρωσικά - extra

προφορά
n. добавление (n), высший сорт (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - extra

προφορά
n. extra (m)
adj. accesorio, adicional, especial, extraordinario
adv. aparte, además, especialmente, separado: por separado, extra

Γερμανικά → Τουρκικά - extra

προφορά
i. ek aksesuar (n)

Ιταλικά → Γαλλικά - extra

προφορά
1. (informazione) additionnel; supplémentaire; auxiliaire; complémentaire; extra
2. (addizionale) additionnel; supplémentaire
3. (denaro) à-côté (m); gratification (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - extra

προφορά
n. extra
adj. extra
adv. nebenbei

Πορτογαλικά → Γαλλικά - extra

προφορά
1. (informação) additionnel; supplémentaire; auxiliaire; complémentaire; extra
2. (objetos) de rechange; supplémentaire; de réserve
3. (adicional) additionnel; supplémentaire

Ισπανικά → Γαλλικά - extra

προφορά
(adicional) additionnel; supplémentaire

Ισπανικά → Γερμανικά - extra

προφορά
n. sondervergütung, lohnzuschlag, zugabe, beigabe, extra, statist
a. außergewöhnlich
adv. außerdem, extra

Ολλανδικά → Γαλλικά - extra

προφορά
1. (informatie) additionnel; supplémentaire; auxiliaire; complémentaire; extra 2. (voorwerpen) auxiliaire; supplémentaire; complémentaire; accessoire; d'appoint; de rechange; de réserve
3. (persoon) auxiliaire; assistant 4. (bijkomend) additionnel; supplémentaire
5. (geld) à-côté (m); gratification (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - extra

προφορά
1. (information) bijkomend; additioneel; aanvullend; verder; extra
2. (cadeau) weggevertje (n)

Αγγλικά → Αραβικά - extra

προφορά
‏بادئة بمعنى إضافى، شىء إضافي، شىء ممتاز‏
‏إضافي، خاضع لرسم إضافى، مستخدم إضافى، ممتاز‏
‏نحو خاص، على غير المألوف، على نحو خاص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - extra

προφορά
(名) 另收费用的项目; 临时演员; 附加费用; 号外
(形) 额外的, 特别的

Αγγλικά → Κινεζικά - extra

προφορά
(名) 另收費用的專案; 臨時演員; 附加費用; 號外
(形) 額外的, 特別的

Αγγλικά → Χίντι - extra

προφορά
n. आदि
a. अतिरिक्त, अधिक, फ़ालतू, इतर
adv. असामान्य रूप से

Αγγλικά → Ιαπωνικά - extra

προφορά
(接頭) 外の, 外部の
(形) 余分の; 臨時の
(名) 余分のもの; 追加料金; 号外; 臨時増刊号

Αγγλικά → Κορεατικά - extra

προφορά
명. 영화에서 조연; 특별편집본, 부록
형. 여분의, 부록의
접두. 밖의, 외부의

Αγγλικά → Βιετναμικά - extra

προφορά
n. phần phụ, vật phụ thuộc
a. thêm, phụ, để dành, thứ tốt nhất
adv. đặt biệt, khác thường, thượng hảo hạng

Γερμανικά → Κινεζικά - extra

προφορά
[das]额外。附加费用。添加物。特别版。增刊。副刊。奖金。货币红利。


dictionary extension
© dictionarist.com