Αγγλικά → Ελληνικά - extent

προφορά
ουσ. έκταση, μέγεθος

Αγγλικά → Αγγλικά - extent

προφορά
n. scope, range; size, measure

Αγγλικά → Γαλλικά - extent

προφορά
n. étendue, dimension; superficie; mesure

Αγγλικά → Γερμανικά - extent

προφορά
n. Umfang, Größe; Maß, Einheit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - extent

προφορά
n. luasnya, panjangnya, lebarnya, lebar, jangkauan, jengkauan, tingkat, taraf, banyaknya

Αγγλικά → Ιταλικά - extent

προφορά
s. estensione, dimensioni; distesa; ambito, sfera; grado, limite; (Dir) ordine di confisca

Αγγλικά → Πολωνικά - extent

προφορά
n. obszar, obręb, połać, przestrzeń, rozmiar, rozciągłość, rozległość, zasięg, wysokość, stopień, skala

Αγγλικά → Πορτογαλικά - extent

προφορά
s. extensão; perímetro, tamanho; medida, nível

Αγγλικά → Ρουμανικά - extent

προφορά
n. întindere, extindere, proporţii, întinsoare, extensiune, cuprins, arie, cerc, spaţiu, mărime, grad, măsură, punct, importanţă, evaluare, sechestru

Αγγλικά → Ρωσικά - extent

προφορά
с. протяжение, пространство, степень, мера, размер

Αγγλικά → Ισπανικά - extent

προφορά
s. extensión, magnitud; alcance, amplitud, esfera de acción, extremo, rango, región, superficie; grado, proporción

Αγγλικά → Τουρκικά - extent

προφορά
i. uzunluk, genişlik, yükseklik, alan, boyut, kapsam, derece, ölçü

Αγγλικά → Ουκρανικά - extent

προφορά
n. відстань, обсяг, міра, об'єм, обвід, протяжність
v. отягати

Αγγλικά → Ολλανδικά - extent

προφορά
zn. omvang, grootte; maat, hoeveelheid

Αγγλικά → Αραβικά - extent

προφορά
‏مدى، مساحة، حجم، طول، كبير، لدرجة عالية، إمتداد، رقعة ممتدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - extent

προφορά
(名) 范围, 区域, 程度

Αγγλικά → Κινεζικά - extent

προφορά
(名) 範圍, 區域, 程度

Αγγλικά → Χίντι - extent

προφορά
n. क्षेत्र, सीमा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - extent

προφορά
(名) 広さ; 広がり; 程度; 範囲

Αγγλικά → Κορεατικά - extent

προφορά
명. 넓이, 범위; 크기, 정도

Αγγλικά → Βιετναμικά - extent

προφορά
n. sự đánh gía, sự tịch biên, khoảng rộng


dictionary extension
© dictionarist.com