Πορτογαλικά → Αγγλικά - extenso

προφορά
adj. large, sweeping; wide, broad; expansive, extensive; ample, voluminous; long

Ισπανικά → Αγγλικά - extenso

προφορά
adj. extensive, spacious; large, vast; wide, broad; capacious; widespread

Ολλανδικά → Αγγλικά - extenso

προφορά
adv. extenso

Πορτογαλικά → Γαλλικά - extenso

προφορά
1. (geral) très étendu
2. (dispersão) vaste; très étendu; considérable
3. (área) vaste; étendu 4. (mudança) radical; fondamental; considérable; lourd de conséquences

Ισπανικά → Γαλλικά - extenso

προφορά
1. (general) très étendu
2. (experiencia) vaste; grand; très étendu
3. (región) vaste; étendu 4. (espacio) vaste; spacieux; ample

Ισπανικά → Γερμανικά - extenso

προφορά
a. weit, groß, ausgedehnt, weitgehend, weitreichend, umfassend, großräumig, umfangreich, langatmig, weitläufig, ausführlich

Ισπανικά → Ρωσικά - extenso

προφορά
adj. протяженный, обширный, широкий

Ισπανικά → Κορεατικά - extenso

προφορά
adj. 넓은, 푹이 넓은


dictionary extension
© dictionarist.com