Ισπανικά → Αγγλικά - extendido

προφορά
adj. spread out, extended, outstretched; issued; open; extensive, spread wide; prevalent, rife

Ισπανικά → Γαλλικά - extendido

προφορά
1. (general) déployé 2. (cuerpo) étendu
3. (alargado) allongé; prolongé; étiré 4. (estirado) étendu; élargi
5. (cuerpo) étendu de tout son long

Ισπανικά → Γερμανικά - extendido

προφορά
a. weit, ausgedehnt, verbreitet, langgestreckt, ausführlich, umständlich

Ισπανικά → Ρωσικά - extendido

προφορά
adj. обширный

Ισπανικά → Κορεατικά - extendido

προφορά
adj. 광대한, 광범위한, 넓은


dictionary extension
© dictionarist.com