Αγγλικά → Ελληνικά - extant

προφορά
επίθ. υπάρχων, σωζόμενος

Αγγλικά → Αγγλικά - extant

προφορά
adj. existing, still in existence

Αγγλικά → Γαλλικά - extant

προφορά
adj. subsistant, existant (encore)

Αγγλικά → Γερμανικά - extant

προφορά
adj. existent, vorhanden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - extant

προφορά
a. masih hidup, masih terdapat, masih ada

Αγγλικά → Ιταλικά - extant

προφορά
agg. ancora esistente

Αγγλικά → Πολωνικά - extant

προφορά
a. nadal istniejący, pozostały

Αγγλικά → Πορτογαλικά - extant

προφορά
adj. existente, que ainda existe

Αγγλικά → Ρουμανικά - extant

προφορά
a. existent

Αγγλικά → Ρωσικά - extant

προφορά
прил. существующий, существующий в настоящее время, наличный, сохранившийся

Αγγλικά → Ισπανικά - extant

προφορά
adj. existente, actual

Αγγλικά → Τουρκικά - extant

προφορά
s. halâ var olan, kaybolmamış, geçerliliğini kaybetmemiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - extant

προφορά
a. наявний, збережений, видатний, діючий

Αγγλικά → Ολλανδικά - extant

προφορά
bn. (nog) bestaande, voorhanden, aanwezig

Αγγλικά → Κινεζικά - extant

προφορά
(形) 现存的, 未毁的

Αγγλικά → Κινεζικά - extant

προφορά
(形) 現存的, 未毀的

Αγγλικά → Χίντι - extant

προφορά
a. वर्तमान, मौजूदा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - extant

προφορά
(形) 現存する

Αγγλικά → Κορεατικά - extant

προφορά
형. 지금도 남아 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - extant

προφορά
a. còn lại, còn sót lại, còn nữa, phần còn lại


dictionary extension
© dictionarist.com