Ισπανικά → Αγγλικά - exquisito

προφορά
adj. delicate, exquisite; luscious, delicious; delightful; elaborate

Ισπανικά → Γαλλικά - exquisito

προφορά
1. (broma) exquis; désopilant
2. (gusto) exquis
3. (arte) exquis; ravissant 4. (sobresaliente) exquis; excellent; merveilleux; magnifique; formidable {informal}; épatant

Ισπανικά → Γερμανικά - exquisito

προφορά
a. vortrefflich, vorzüglich, auserlesen, erlesen, ausgesucht, delikat, köstlich, exquisit, lecker

Ισπανικά → Ρωσικά - exquisito

προφορά
adj. изящный, превосходный

Ισπανικά → Κορεατικά - exquisito

προφορά
adj. 우미한, 미묘한, 우아한


© dictionarist.com