Αγγλικά → Ελληνικά - exposition

προφορά
ουσ. έκθεση

Αγγλικά → Αγγλικά - exposition

προφορά
n. public exhibition, show; clarification; opening section of a fugue (Music)
n. exposition, public exhibition, show; clarification; opening section of a fugue (Music)
n. display, exposition, showing; exposure, statement; exhibition, exhibit; fair, display unit

Αγγλικά → Γαλλικά - exposition

προφορά
n. exposition, éclaircissement

Αγγλικά → Γερμανικά - exposition

προφορά
n. Ausstellung; Erklärung, Ausführung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exposition

προφορά
n. penjelasan yg terperinci, bentangan, perawian, pameran, pertunjukan, eksposisi

Αγγλικά → Ιταλικά - exposition

προφορά
s. esposizione; mostra; abbandono; quarantore

Αγγλικά → Πολωνικά - exposition

προφορά
n. przedstawienie, wystawa, wykład, naświetlenie, ekspozycja

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exposition

προφορά
s. exposição; explicação, interpretação

Αγγλικά → Ρουμανικά - exposition

προφορά
n. expunere, interpretare, expoziţie

Αγγλικά → Ρωσικά - exposition

προφορά
с. толкование, разъяснение, описание, изложение; выставка (товаров), экспозиция, показ; выдержка [фото]

Αγγλικά → Ισπανικά - exposition

προφορά
s. exposición, planteamiento, tesis; desabrigo

Αγγλικά → Τουρκικά - exposition

προφορά
i. sergileme, teşhir, sergi, açıklama, yorumlama

Αγγλικά → Ουκρανικά - exposition

προφορά
n. показ, тлумачення, опис, експозиція, навернення

Γαλλικά → Αγγλικά - exposition

προφορά
(f) n. display, exposition, showing; exposure, statement; exhibition, exhibit; fair, display unit

Γερμανικά → Αγγλικά - exposition

προφορά
n. public exhibition, show; clarification; opening section of a fugue (Music)

Αγγλικά → Ολλανδικά - exposition

προφορά
zn. expositie, tentoonstelling; uiteenzetting, verklaring

Γαλλικά → Γερμανικά - exposition

προφορά
n. ausstellung, darlegung, erläuterung, belichtung, entfaltung, messe, exposition, standort

Γαλλικά → Ιταλικά - exposition

προφορά
1. (photographie) esposizione (f)
2. (bâtiment) esposizione (f)
3. (art) mostra (f); esibizione (f); esposizione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - exposition

προφορά
1. (photographie) exposição (f)
2. (bâtiment) aspecto (m)
3. (art) exibição (f); exposição (f); mostra (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - exposition

προφορά
n. выставка (f), показ (f), ярмарка (f), изложение (f), описание (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - exposition

προφορά
1. (photographie) exposición (f)
2. (bâtiment) aspecto (m)
3. (art) exhibición (f); exposición (f); muestra (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - exposition

προφορά
[la] sergileme, gösterme; anlatış, açıklama; (fotoğraf) poz süresi

Γερμανικά → Γαλλικά - exposition

προφορά
n. exposition (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - exposition

προφορά
n. esposizione (f), impressione (f), mostra (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - exposition

προφορά
n. экспозиция (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - exposition

προφορά
n. exposición (f), enunciado (m), prótasis (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - exposition

προφορά
i. sergi (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - exposition

προφορά
1. (photographie) belichting (f)
2. (bâtiment) ligging (f); uitzicht (f)
3. (art) tentoonstelling (f); expositie (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - exposition

προφορά
expositie

Αγγλικά → Αραβικά - exposition

προφορά
‏مقطع موسيقى، معرض، عرض، توضيح، شرح، تعريض، تخل عن طفل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - exposition

προφορά
(名) 博览会; 说明; 展览会

Αγγλικά → Κινεζικά - exposition

προφορά
(名) 博覽會; 說明; 展覽會

Αγγλικά → Χίντι - exposition

προφορά
n. बायन, प्रतिपादन, प्रदर्शनी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exposition

προφορά
(名) 展覧会, 展示会, 博覧会; 説明; 解説; フーガの始めの部分(音楽)

Αγγλικά → Κορεατικά - exposition

προφορά
명. 설명, 박람회, 유기, 서설적 설명부, 주제 제시부, 정의

Αγγλικά → Βιετναμικά - exposition

προφορά
n. sự bỏ rơi, sự bày tỏ, trần thuật, cắt nghỉa, giảng nghỉa, sự bình luận, bình phẩm, cuộc triển lảm, sự bày hàng

Γερμανικά → Κινεζικά - exposition

προφορά
[die] pl.Expositionen 博览会。展览会。展会。


dictionary extension
© dictionarist.com