Αγγλικά → Ελληνικά - exposed

προφορά
επίθ. εκτεθειμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - exposed

προφορά
adj. bare, naked, without covering or protection, vulnerable

Αγγλικά → Γαλλικά - exposed

προφορά
adj. exposé

Αγγλικά → Γερμανικά - exposed

προφορά
[expose] v. entblößen, entdecken, enthüllen; aufgeben
adj. freiliegend, entblößt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exposed

προφορά
a. dedah, tersembunyi: tdk tersembunyi, terlindung: tak terlindung

Αγγλικά → Ιταλικά - exposed

προφορά
agg. esposto, soggetto, non riparato; in vista, allo scoperto; (Fot) impressionato

Αγγλικά → Πολωνικά - exposed

προφορά
a. wystawiony, narażony, ujawniony, zdemaskowany, dekonspirowany, naświetlony, porzucony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exposed

προφορά
adj. exibido, exposto

Αγγλικά → Ρουμανικά - exposed

προφορά
a. neacoperit

Αγγλικά → Ρωσικά - exposed

προφορά
прил. обнаженный, открытый, незащищенный

Αγγλικά → Ισπανικά - exposed

προφορά
adj. expuesto, a cuerpo descubierto, al aire al descubierto, desabrigado, desamparado, desprotegido del viento, exhibido, indefenso, inerme, sin protección, vulnerable

Αγγλικά → Τουρκικά - exposed

προφορά
s. korunmasız, açık, maruz, ortada, ışığa tutulmuş (film)

Αγγλικά → Ουκρανικά - exposed

προφορά
a. оголений, незахищений, виложений, навернений

Αγγλικά → Ολλανδικά - exposed

προφορά
bn. onbeschut

Αγγλικά → Αραβικά - exposed

προφορά
‏مكشوف، معرض للخطر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - exposed

προφορά
(形) 暴露的, 暴露于风雨中的, 无庶蔽的

Αγγλικά → Κινεζικά - exposed

προφορά
(形) 暴露的, 暴露於風雨中的, 無庶蔽的

Αγγλικά → Χίντι - exposed

προφορά
a. प्रकाश्य, उघाड़ा हुआ, निरावरण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exposed

προφορά
(形) さらされた; 開かれた; むきだしの
(動) 晒す; 放置する; 触れさせる; 暴露する; あばく; 見世物にする

Αγγλικά → Κορεατικά - exposed

προφορά
형. 드러난, 노출된, 아무것도 가리지 않은, 상처입기 쉬운

Αγγλικά → Βιετναμικά - exposed

προφορά
a. để lộ ra, phác giác, khám phá, chưng bày ra, mạo hiểm


© dictionarist.com