Αγγλικά → Ελληνικά - exhilarate

προφορά
ρήμ. φαιδρύνω, ζωντανεύω, χαροποιώ

Αγγλικά → Αγγλικά - exhilarate

προφορά
v. cheer up, make lively or happy, excite

Αγγλικά → Γαλλικά - exhilarate

προφορά
v. ragaillardir, rendre joyeux

Αγγλικά → Γερμανικά - exhilarate

προφορά
v. erheitern, erfreuen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exhilarate

προφορά
v. meriangkan, menggembirakan, menyenangkan

Αγγλικά → Ιταλικά - exhilarate

προφορά
v. esilarare, rallegrare; rinvigorire, stimolare

Αγγλικά → Πολωνικά - exhilarate

προφορά
v. rozradować, rozweselić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exhilarate

προφορά
v. alegrar, regozijar

Αγγλικά → Ρουμανικά - exhilarate

προφορά
v. înveseli, înviora

Αγγλικά → Ρωσικά - exhilarate

προφορά
г. веселить, развеселить, оживлять, подбодрять

Αγγλικά → Ισπανικά - exhilarate

προφορά
v. ser irrisorio; alborozar, alegrar, refocilar

Αγγλικά → Τουρκικά - exhilarate

προφορά
f. canlandırmak, neşelendirmek, coşturmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - exhilarate

προφορά
v. звеселяти, пожвавлювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - exhilarate

προφορά
ww. opvrolijken

Αγγλικά → Αραβικά - exhilarate

προφορά
‏بهج، نعش، نبه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - exhilarate

προφορά
(动) 使高兴; 使愉快

Αγγλικά → Κινεζικά - exhilarate

προφορά
(動) 使高興; 使愉快

Αγγλικά → Χίντι - exhilarate

προφορά
v. ख़ुश करना, विनोदित करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exhilarate

προφορά
(動) うきうきさせる

Αγγλικά → Κορεατικά - exhilarate

προφορά
동. ...의 기분을 들뜨게 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - exhilarate

προφορά
v. làm sống lại, hoạt động lại, hăng hái


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: exhilarating
Present: exhilarate (3.person: exhilarates)
Past: exhilarated
Future: will exhilarate
Present conditional: would exhilarate
Present Perfect: have exhilarated (3.person: has exhilarated)
Past Perfect: had exhilarated
Future Perfect: will have exhilarated
Past conditional: would have exhilarated
© dictionarist.com