Πορτογαλικά → Αγγλικά - exclusivo

προφορά
adj. exclusive, cliquish; select; alone, sole

Ισπανικά → Αγγλικά - exclusivo

προφορά
adj. exclusive, sole; select; clannish

Πορτογαλικά → Γαλλικά - exclusivo

προφορά
1. (clube) sélect
2. (lugar) de premier choix; d'élite; élégant; très fermé; sélect {informal}
3. (único) exclusif; unique

Ισπανικά → Γαλλικά - exclusivo

προφορά
1. (lugar) de premier choix; d'élite; élégant; très fermé; sélect {informal}
2. (único) exclusif; unique

Ισπανικά → Γερμανικά - exclusivo

προφορά
a. ausschließlich, exklusiv

Ισπανικά → Ρωσικά - exclusivo

προφορά
adj. исключающий, исключительный

Ισπανικά → Κορεατικά - exclusivo

προφορά
adj. 독특한, 특별한


dictionary extension
© dictionarist.com