Αγγλικά → Ελληνικά - exciting

προφορά
επίθ. ερεθιστικός, συναρπαστικός, παρακινητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - exciting

προφορά
adj. thrilling, stirring, provoking, causing excitement

Αγγλικά → Γαλλικά - exciting

προφορά
adj. passionnant, sensationnel

Αγγλικά → Γερμανικά - exciting

προφορά
[excite] v. begeistern, erregen
adj. spannend, begeisternd

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exciting

προφορά
a. menggairahkan: yg menggairahkan, mengasyikkan: yg mengasyikkan, syur

Αγγλικά → Ιταλικά - exciting

προφορά
agg. emozionante, eccitante

Αγγλικά → Πολωνικά - exciting

προφορά
a. podniecający, emocjonujący, ekscytujący, pasjonujący, sensacyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exciting

προφορά
adj. excitante, que desperta os sentidos

Αγγλικά → Ρουμανικά - exciting

προφορά
a. excitant, emoţionant, mişcător, captivant, tulburător

Αγγλικά → Ρωσικά - exciting

προφορά
прил. возбуждающий, волнующий, захватывающий

Αγγλικά → Ισπανικά - exciting

προφορά
adj. excitante, apasionante, emocionante, enardecedor, lleno de emoción, vibrante

Αγγλικά → Τουρκικά - exciting

προφορά
s. heyecanlandırıcı, heyecanlı, heyecan verici, ilginç, uyarıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - exciting

προφορά
n. збудження
a. збуджуючий, захоплюючий, збудний, хвилюючий

Αγγλικά → Ολλανδικά - exciting

προφορά
bn. opwindend

Αγγλικά → Αραβικά - exciting

προφορά
‏إهتياج‏
‏مثير، مهيج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - exciting

προφορά
(形) 令人兴奋的, 刺激的

Αγγλικά → Κινεζικά - exciting

προφορά
(形) 令人興奮的, 刺激的

Αγγλικά → Χίντι - exciting

προφορά
a. उत्तेजक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exciting

προφορά
(形) 興奮させる
(動) 興奮させる; 起こさせる; 引き起こす

Αγγλικά → Κορεατικά - exciting

προφορά
형. 흥분시키는, 자극시키는

Αγγλικά → Βιετναμικά - exciting

προφορά
a. hăng hái, phấn khởi, khêu gợi, khuyến khích


© dictionarist.com