Αγγλικά → Ελληνικά - excite

προφορά
ρήμ. διεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω

Αγγλικά → Αγγλικά - excite

προφορά
v. stir up, arouse feelings, provoke, stimulate
n. well-known Internet search engine
v. arouse, waken; excite, rouse; turn on, work

Αγγλικά → Γαλλικά - excite

προφορά
v. exciter, animer, stimuler
n. Excite, moteur de recherche sur Intenet

Αγγλικά → Γερμανικά - excite

προφορά
v. begeistern, erregen
n. Excite, bekanntes Internetsuchprogramm

Αγγλικά → Ινδονησιακά - excite

προφορά
v. membangkitkan gairah, menggairahkan, menimbulkan gairah, mendebarkan, merecokkan, meluapkan, memperkesankan, merangsang

Αγγλικά → Ιταλικά - excite

προφορά
v. eccitare, agitare; suscitare, provocare, sollevare; far nascere
s. Excite (motore di ricerca su Internet)

Αγγλικά → Πολωνικά - excite

προφορά
v. podniecać, drażnić, wzbudzać, ekscytować, podekscytować, poekscytować, rozbudzić, roznamiętniać, zapalać, wzniecać, rozognić, emocjonować, pasjonować, emocjonować się, zwichrzyć, podniecić, wzbudzić, zapalić, wzniecić, zwichrzać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - excite

προφορά
v. excitar, instigar, despertar os sentimentos
s. Excite, programa de busca na Internet

Αγγλικά → Ρουμανικά - excite

προφορά
v. excita, provoca, stârni, exalta, impresiona puternic, aprinde, ambala, agita, emoţiona, mişca, stimula, zădărî, surescita, sensibiliza

Αγγλικά → Ρωσικά - excite

προφορά
г. возбуждать, возбудить, волновать, разволновать, взвинтить, вызывать, пробуждать, побуждать

Αγγλικά → Ισπανικά - excite

προφορά
v. excitar, afervorar, afervorizar, apasionar, apremiar, avivar, emocionar, enardecer, entusiasmar, estimular, fervorizar, incitar; despertar; ser excitante
s. Excite, motor de búsqueda en Internet

Αγγλικά → Τουρκικά - excite

προφορά
f. heyecanlandırmak, heyecan uyandırmak, telaşlandırmak, azdırmak, tahrik etmek, kışkırtmak, uyarmak, neden olmak, uyandırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - excite

προφορά
v. збуджувати, хвилювати, спонукати, забурити, схвилювати

Γαλλικά → Αγγλικά - excite

προφορά
[excité] adj. excited, randy

Ισπανικά → Αγγλικά - excite

προφορά
[excitar] v. excite, stir up, arouse feelings, provoke, stimulate

Αγγλικά → Ολλανδικά - excite

προφορά
ww. opwinden, gevoelens opwellen
zn. Excite (bekende zoekbewerkingseenheid in internet)

Αγγλικά → Αραβικά - excite

προφορά
‏أثار، هاج، حمس، إستفز، نبه، نشط الذاكرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - excite

προφορά
(动) 刺激, 激励, 使兴奋
(名) excite, 著名的因特网搜寻引擎

Αγγλικά → Κινεζικά - excite

προφορά
(動) 刺激, 激勵, 使興奮

Αγγλικά → Χίντι - excite

προφορά
v. उत्तेजित करना, जोश में आना, जाग्रृत करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - excite

προφορά
(動) 興奮させる; 起こさせる; 引き起こす
(名) エクサイト, 有名なインターネットサーチエンジン

Αγγλικά → Κορεατικά - excite

προφορά
동. 흥분시키다, 감정을 일으키다, 자극하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - excite

προφορά
v. xúi, làm phấn khởi

Γερμανικά → Κινεζικά - excite

προφορά
著名搜索引擎。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: exciting
Present: excite (3.person: excites)
Past: excited
Future: will excite
Present conditional: would excite
Present Perfect: have excited (3.person: has excited)
Past Perfect: had excited
Future Perfect: will have excited
Past conditional: would have excited
© dictionarist.com