Πορτογαλικά → Αγγλικά - excitado

προφορά
adj. passionate, enthusiastic; nervous, jumpy; randy; warm; vibrant

Ισπανικά → Αγγλικά - excitado

προφορά
adj. excited, provoked, stimulated; ablaze

Πορτογαλικά → Γαλλικά - excitado

προφορά
1. (geral) exubérant
2. (comportamento sexual) sexuellement excité; aguiché; en rut {informal}
3. (pessoa) excédé

Ισπανικά → Γερμανικά - excitado

προφορά
a. erregt, aufgeregt, gereizt


dictionary extension
© dictionarist.com