Αγγλικά → Ελληνικά - exasperated

προφορά
[exasperate] ρήμ. παροργίζω, ερεθίζω, εξοργίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - exasperated

προφορά
adj. angered, infuriated, annoyed, irritated

Αγγλικά → Γαλλικά - exasperated

προφορά
adj. exaspéré, irrité

Αγγλικά → Γερμανικά - exasperated

προφορά
[exasperate] v. ärgern, verärgern
adj. verärgert, sauer

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exasperated

προφορά
v. menjengkelkan, menggusarkan, menyakiti hati, memutihkan mata

Αγγλικά → Ιταλικά - exasperated

προφορά
agg. esasperato, irritato

Αγγλικά → Πολωνικά - exasperated

προφορά
v. zirytować, irytować, denerwować, złościć, rozdrażniać, rozjątrzyć, zdenerwować, podenerwować, zezłościć, gniewać, rozgniewać, zgniewać, rozjuszyć, burzyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exasperated

προφορά
adj. exasperado, irritado

Αγγλικά → Ρουμανικά - exasperated

προφορά
v. exaspera, irita, înfuria, supăra, agrava

Αγγλικά → Ρωσικά - exasperated

προφορά
[exasperate] г. сердить, раздражать, выводить из себя, изводить, доводить до белого каления, возбуждать, усиливать (боль)

Αγγλικά → Ισπανικά - exasperated

προφορά
adj. exasperado, contrariado, irritado, molesto

Αγγλικά → Τουρκικά - exasperated

προφορά
[exasperate] f. kızdırmak, deli etmek, öfkeden çıldırtmak, şiddetlendirmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - exasperated

προφορά
a. роздратований, озлоблений

Αγγλικά → Ολλανδικά - exasperated

προφορά
bn. boos, geirriteerd

Αγγλικά → Αραβικά - exasperated

προφορά
أسخط, غضب

Αγγλικά → Κινεζικά - exasperated

προφορά
(形) 激怒的; 恼火的

Αγγλικά → Κινεζικά - exasperated

προφορά
(形) 激怒的; 惱火的

Αγγλικά → Χίντι - exasperated

προφορά
v. ग़ुस्से में लाना, चिढ़ाना, खिजलाना, स्र्ष्ट करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exasperated

προφορά
(形) 怒らせた, 激怒させた, 憤慨させた
(動) 怒らせる; 激化させる

Αγγλικά → Κορεατικά - exasperated

προφορά
[exasperate] 동. 격분시키다, 화내다, 짜증내다

Αγγλικά → Βιετναμικά - exasperated

προφορά
v. chọc giận, chọc tức, làm đau thêm, làm nặng thêm, làm thù ghét thêm, trầm trọng thêm


dictionary extension
© dictionarist.com