Αγγλικά → Ελληνικά - exacting

προφορά
επίθ. απαιτητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - exacting

προφορά
adj. trying, severe, demanding; needing careful attention

Αγγλικά → Γαλλικά - exacting

προφορά
adj. exigeant, astreignant; harassant

Αγγλικά → Γερμανικά - exacting

προφορά
[exact] v. genau, exakt, richtig
adj. streng, genau; fordernd

Αγγλικά → Ινδονησιακά - exacting

προφορά
a. rewel, sukar sekali, beret, sulit

Αγγλικά → Ιταλικά - exacting

προφορά
agg. impegnativo, arduo, gravoso; esigente, che pretende molto

Αγγλικά → Πολωνικά - exacting

προφορά
a. wymagający, wytężony, wytężający, wybredny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - exacting

προφορά
adj. exigente

Αγγλικά → Ρουμανικά - exacting

προφορά
a. exigent, pretenţios, extenuant, sever, aspru

Αγγλικά → Ρωσικά - exacting

προφορά
прил. требовательный, взыскательный, придирчивый, суровый, чрезмерный, изнуряющий (о работе), напряженный

Αγγλικά → Ισπανικά - exacting

προφορά
adj. exigente, detallista, meticuloso, minucioso, severo; agobiante, arduo, opresivo

Αγγλικά → Τουρκικά - exacting

προφορά
s. titiz, zor beğenen, müşkülpesent, sert, hoşgörüsüz, zor, zahmetli, detaylı

Αγγλικά → Ουκρανικά - exacting

προφορά
a. вимогливий, настійний, обтяжливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - exacting

προφορά
bn. nauwkeurig; veeleisend

Αγγλικά → Αραβικά - exacting

προφορά
‏كثير المطالب، متطلب براعة، مرهق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - exacting

προφορά
(形) 苛求的, 吃力的

Αγγλικά → Κινεζικά - exacting

προφορά
(形) 苛求的, 吃力的

Αγγλικά → Χίντι - exacting

προφορά
a. मांग करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - exacting

προφορά
(形) 厳格な; 骨の折れる
(動) 強要する; 厳しく取り立てる; 必要とする

Αγγλικά → Κορεατικά - exacting

προφορά
형. 강제로 징수하는, 힘든

Αγγλικά → Βιετναμικά - exacting

προφορά
a. đúng, chính xác, buộc phải, thích đáng


© dictionarist.com