Αγγλικά → Ελληνικά - evaporate

προφορά
ρήμ. εξατμίζω, εξατμίζομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - evaporate

προφορά
v. turn into vapor; become vapor; release moisture; disappear, vanish
v. evaporate, exhale, breath out
v. evaporate, turn into vapor; become vapor; release moisture; disappear, vanish

Αγγλικά → Γαλλικά - evaporate

προφορά
v. évaporer, se vaporiser; volatiliser

Αγγλικά → Γερμανικά - evaporate

προφορά
v. verdampfen, verdunsten, dahinschwinden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - evaporate

προφορά
v. menguapkan, menguap, mengeringkan dgn pemanasan, lenyap

Αγγλικά → Ιταλικά - evaporate

προφορά
v. evaporare; emettere vapore; (fig) sfumare, volatilizzarsi, svanire

Αγγλικά → Πολωνικά - evaporate

προφορά
v. parować, wyparować, ulatniać się, ulatywać, wywietrzeć, umierać, odparować, wyparowywać, ulotnić się, ulecieć, umrzeć, odparowywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - evaporate

προφορά
v. evaporar; evaporizar

Αγγλικά → Ρουμανικά - evaporate

προφορά
v. evapora, dispărea, produce evaporarea, evapora: se evapora, vaporiza: se vaporiza

Αγγλικά → Ρωσικά - evaporate

προφορά
г. испарять, сгущать, исчезать

Αγγλικά → Ισπανικά - evaporate

προφορά
v. evaporarse; vaporizar

Αγγλικά → Τουρκικά - evaporate

προφορά
f. buharlaşmak, uçmak, uçup gitmek, yok olmak, buharlaştırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - evaporate

προφορά
v. випаровувати, випаровуватися, збезводнювати, звітріти, парувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - evaporate

προφορά
ww. verdampen, vervliegen

Αγγλικά → Αραβικά - evaporate

προφορά
‏تبخر، تلاشى، بخر، تصاعد، زال، جفف بالحرارة، طرد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - evaporate

προφορά
(动) 使蒸发; 蒸发, 消失, 失去水分

Αγγλικά → Κινεζικά - evaporate

προφορά
(動) 使蒸發; 蒸發, 消失, 失去水分

Αγγλικά → Χίντι - evaporate

προφορά
v. भाप बनना, लुप्त हो जाना, भाप बनाना, सुखाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - evaporate

προφορά
(動) 蒸発する; 蒸発させる; 消失する

Αγγλικά → Κορεατικά - evaporate

προφορά
동. 증발시키다; 증발하다; 수증기를 내뿜다; 사라지다

Αγγλικά → Βιετναμικά - evaporate

προφορά
n. người lẩn trốn
v. làm bay hơi, lên hơi, bốc hơi, tan biến, lẩn mất, tiêu tan


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: evaporating
Present: evaporate (3.person: evaporates)
Past: evaporated
Future: will evaporate
Present conditional: would evaporate
Present Perfect: have evaporated (3.person: has evaporated)
Past Perfect: had evaporated
Future Perfect: will have evaporated
Past conditional: would have evaporated
© dictionarist.com