Αγγλικά → Ελληνικά - estimation

προφορά
ουσ. εκτίμηση, υπόληψη, κρίση

Αγγλικά → Αγγλικά - estimation

προφορά
n. assessment, judgment, opinion
n. appreciation, appraisement, appraisal; assessment, estimation, valuation; computation, rating

Αγγλικά → Γαλλικά - estimation

προφορά
n. évaluation, estimation

Αγγλικά → Γερμανικά - estimation

προφορά
n. Bewertung, Schätzung, Einschätzung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - estimation

προφορά
n. penilaian, pendapat, perkiraan, perhitungan, pengkalkulasian, penganggaran

Αγγλικά → Ιταλικά - estimation

προφορά
s. giudizio, parere, avviso; stima, considerazione; valutazione, calcolo; preventivo

Αγγλικά → Πολωνικά - estimation

προφορά
n. ocena, obliczenie, obrachowanie, ocenianie, kwalifikacja, oszacowanie, mniemanie, sąd, szacunek, cenienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - estimation

προφορά
s. estimação, avaliação

Αγγλικά → Ρουμανικά - estimation

προφορά
n. apreciere, evaluare, estimaţie, calcul, părere, judecare, stimă, respect

Αγγλικά → Ρωσικά - estimation

προφορά
с. оценка, суждение, мнение; уважение; расчет, вычисление

Αγγλικά → Ισπανικά - estimation

προφορά
s. estimación, aprecio, cálculo, consideración

Αγγλικά → Τουρκικά - estimation

προφορά
i. görüş, keşif, kanı, takdir, fikir, tahmin, değerlendirme, itibar, paha biçme, saygı

Αγγλικά → Ουκρανικά - estimation

προφορά
n. оцінка, повага, підрахунок, судження

Γαλλικά → Αγγλικά - estimation

προφορά
(f) n. appreciation, appraisement, appraisal; assessment, estimation, valuation; computation, rating

Αγγλικά → Ολλανδικά - estimation

προφορά
zn. (hoog)achting, schatting

Γαλλικά → Γερμανικά - estimation

προφορά
n. schätzung, kalkulation, bewertung, beurteilung, veranschlagung, prognose, taxe, ansatz, überschlag

Γαλλικά → Ιταλικά - estimation

προφορά
1. (prix) stima (f); perizia (f); valutazione (f)
2. (action) valutazione (f); perizia (f)
3. (évaluation) apprezzamento (m); valutazione (f); stima (f); calcolo (m) 4. (approximation) approssimazione (f); valutazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - estimation

προφορά
1. (prix) valor (m)
2. (action) avaliação (f)
3. (évaluation) avaliação (f); apreciação (f); estimativa (f); apreçamento (m); cálculo (m) 4. (approximation) aproximação (f); estimativa (f); idéia (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - estimation

προφορά
n. оценка (f), расчет (f), подсчет (f), определение (f), обложение налогом (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - estimation

προφορά
1. (prix) valorización (f)
2. (action) tasación (f); valorización (f)
3. (évaluation) valoración (f); tasación (f); evaluación (f); estimación (f); cálculo (m) 4. (approximation) aproximación (f); estimación (f); conjetura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - estimation

προφορά
[la] değer biçme, tahmin

Γαλλικά → Ολλανδικά - estimation

προφορά
1. (prix) taxatieprijs (m); vastgestelde waarde (f)
2. (action) taxatie (f); schatting (f)
3. (évaluation) schatting (f); waardebepaling (f); evaluatie (f); raming (f); taxatie (f) 4. (approximation) benadering (f); schatting (f); approximatie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - estimation

προφορά
‏تثمين، رأى، تقدير، إحترام، وجهة نظر، تخمين، إعتبار‏

Αγγλικά → Κινεζικά - estimation

προφορά
(名) 评价; 意见; 判断; 估计

Αγγλικά → Κινεζικά - estimation

προφορά
(名) 評價; 意見; 判斷; 估計

Αγγλικά → Χίντι - estimation

προφορά
n. मत, आकलन, संमान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - estimation

προφορά
(名) 判断; 見積もり; 尊重

Αγγλικά → Κορεατικά - estimation

προφορά
명. 판단, 가치의 판단, 견적, 의견

Αγγλικά → Βιετναμικά - estimation

προφορά
n. sự định giá, sự phán đoán, sự kính mến, sự yêu mến, sự qúy chuộng


dictionary extension
© dictionarist.com