Πορτογαλικά → Αγγλικά - estimado

προφορά
adj. valued, dear, estimated

Ισπανικά → Αγγλικά - estimado

προφορά
adj. esteemed, respected, admired; dear; popular; estimated

Πορτογαλικά → Γαλλικά - estimado

προφορά
1. (geral) cher
2. (quantidade) approximatif; estimé; estimatif
3. (pessoa) estimé

Ισπανικά → Γαλλικά - estimado

προφορά
1. (general) cher
2. (cantidad) approximatif; estimé; estimatif
3. (persona) estimé

Ισπανικά → Γερμανικά - estimado

προφορά
a. geschätzt, angesehen, wert, beliebt

Ισπανικά → Ρωσικά - estimado

προφορά
adj. приблизительный, уважаемый

Ισπανικά → Κορεατικά - estimado

προφορά
n. 조부
adj. 존중하는, 존경하는


dictionary extension
© dictionarist.com