Πορτογαλικά → Αγγλικά - estilete

προφορά
(m) n. stylet, stiletto, dagger; stylus, bodkin; gad, probe

Ισπανικά → Αγγλικά - estilete

προφορά
n. stylet, stiletto, dagger

Πορτογαλικά → Γαλλικά - estilete

προφορά
(armas de mão) stylet (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - estilete

προφορά
(armas portátiles) stylet (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - estilete

προφορά
n. stilett, dolch, stichel, pinne, zeiger, griffel


dictionary extension
© dictionarist.com