Πορτογαλικά → Αγγλικά - estentóreo

προφορά
adj. stentorian, very loud

Ισπανικά → Αγγλικά - estentóreo

προφορά
adj. stentorian, very loud, powerful

Πορτογαλικά → Γαλλικά - estentóreo

προφορά
(voz) de stentor

Ισπανικά → Γαλλικά - estentóreo

προφορά
(voz) de stentor

Ισπανικά → Γερμανικά - estentóreo

προφορά
tenor, mit lauter stimme, stentorstimme

Ισπανικά → Κορεατικά - estentóreo

προφορά
adj. 목소리가 큰


dictionary extension
© dictionarist.com