Αγγλικά → Ελληνικά - esteem

προφορά
ουσ. εκτίμηση, υπόληψη
ρήμ. εκτιμώ, υπολήπτομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - esteem

προφορά
n. admiration, respect
v. respect, honor, admire, value

Αγγλικά → Γαλλικά - esteem

προφορά
n. estime, admiration, considération; honneur, respect
v. estimer, considérer; admirer; honorer, respecter; apprécier

Αγγλικά → Γερμανικά - esteem

προφορά
n. Wertschätzung; Einschätzung
v. achten, schätzen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - esteem

προφορά
n. penghargaan, penghormatan, takzim
v. menghargai, menghormati, menjulang, menganggap

Αγγλικά → Ιταλικά - esteem

προφορά
s. stima, considerazione, apprezzamento
v. stimare, apprezzare; reputare, considerare, ritenere; pensare, credere

Αγγλικά → Πολωνικά - esteem

προφορά
n. szacunek, mir
v. szanować, cenić kogoś, doceniać, poważać, uważać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - esteem

προφορά
s. estima
v. estimar, apreciar

Αγγλικά → Ρουμανικά - esteem

προφορά
n. stimă, consideraţie, apreciere, cinste, onoare, respect, reverenţă, vază
v. respecta, cinsti, considera, socoti, stima

Αγγλικά → Ρωσικά - esteem

προφορά
с. уважение, почтение, оценка
г. уважать, почитать, считать, давать оценку, рассматривать

Αγγλικά → Ισπανικά - esteem

προφορά
s. estima, admiración, aprecio, consideración, estimación, respeto
v. admirar, apreciar, estimar, guardar respeto, tener estimación de, valorar

Αγγλικά → Τουρκικά - esteem

προφορά
f. değer vermek, saygı duymak, takdir etmek, addetmek, kanısında olmak, inanmak
i. saygınlık, saygı, itibar, sanı, kanı, rağbet

Αγγλικά → Ουκρανικά - esteem

προφορά
n. повага, шанування, респект
v. поважати, оцінювати, дорожити, шанувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - esteem

προφορά
zn. waardering
ww. achten, respecteren, waarderen

Αγγλικά → Αραβικά - esteem

προφορά
‏تبجيل، إحترام، إعتبار‏
‏قوم، قدر، إحترم، ثمن، أجل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - esteem

προφορά
(名) 尊敬; 尊重
(动) 尊敬, 认为, 尊重

Αγγλικά → Κινεζικά - esteem

προφορά
(名) 尊敬; 尊重
(動) 尊敬, 認為, 尊重

Αγγλικά → Χίντι - esteem

προφορά
n. मान, आदर, मान्यता
v. मान करना, आदर करना, मान्यता देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - esteem

προφορά
(名) 尊敬; 尊重
(動) 尊重する; 尊敬する

Αγγλικά → Κορεατικά - esteem

προφορά
명. 존중, 존경
동. 존경하다, 존중하다, ...을 ...라고 생각하다, 평가하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - esteem

προφορά
n. lòng kính mến
v. yêu mến, yêu chuộng


Χρονοι ρηματων

Present participle: esteeming
Present: esteem (3.person: esteems)
Past: esteemed
Future: will esteem
Present conditional: would esteem
Present Perfect: have esteemed (3.person: has esteemed)
Past Perfect: had esteemed
Future Perfect: will have esteemed
Past conditional: would have esteemed
© dictionarist.com