Αγγλικά → Ελληνικά - established

προφορά
επίθ. καθιερωμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - established

προφορά
adj. based, founded, firmly settled; recognized, accepted

Αγγλικά → Γαλλικά - established

προφορά
adj. établi

Αγγλικά → Γερμανικά - established

προφορά
[establish] v. gründen, aufbauen; etablieren
adj. gesichert, gefestigt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - established

προφορά
a. dimungkiri: yg tdk bisa dimungkiri, mapan, terpancang

Αγγλικά → Ιταλικά - established

προφορά
agg. istituito, instaurato; radicato; indubitabile, certo; ufficiale, nazionale; di ruolo

Αγγλικά → Πολωνικά - established

προφορά
a. założony, ufundowany, ustalony, przyjęty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - established

προφορά
adj. baseado

Αγγλικά → Ρουμανικά - established

προφορά
a. stabilit, consacrat, recunoscut, ortodox

Αγγλικά → Ρωσικά - established

προφορά
прил. установленный, упрочившийся, укоренившийся; официально учрежденный, официальный; авторитетный, признанный; акклиматизировавшийся

Αγγλικά → Ισπανικά - established

προφορά
adj. establecido, admitido, aferrado, asentado

Αγγλικά → Τουρκικά - established

προφορά
s. kurulmuş, yerleşmiş, sabit, belirlenmiş, resmileşmiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - established

προφορά
a. визначений, доведений, зміцнений, визнаний, закріплений, вирішений, вкорінений, доказаний, зорганізований, нормалізований

Αγγλικά → Ολλανδικά - established

προφορά
bn. vastgesteld

Αγγλικά → Αραβικά - established

προφορά
‏مؤلف، معترف به قانونيا، مؤسس، مؤكد، مقرر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - established

προφορά
(形) 已制定的; 确定的

Αγγλικά → Κινεζικά - established

προφορά
(形) 已制定的; 確定的

Αγγλικά → Χίντι - established

προφορά
a. स्थापित हुआ, स्थापित, मुक़र्रर, प्रामाणिक, प्रमाणित, स्थित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - established

προφορά
(形) 確立した; 常設の; 既成の; 国教の
(動) 設立する; 制定する; 落ち着かせる; 確立する

Αγγλικά → Κορεατικά - established

προφορά
형. 설립된, 확실히 정착된; 인정받은, 받아들여지는

Αγγλικά → Βιετναμικά - established

προφορά
a. sự xây dựng, sự sáng lập, sự thiết lập, sự gây dựng, sự củng cố, sự xác nhận, sự chứng thật


dictionary extension
© dictionarist.com