Αγγλικά → Ελληνικά - essential

προφορά
επίθ. ουσιώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - essential

προφορά
adj. necessary, needed, fundamental, impossible to live without
n. essentialness, necessariness, indispensability, vitalness

Αγγλικά → Γαλλικά - essential

προφορά
adj. essentiel, indispensable, fondamental

Αγγλικά → Γερμανικά - essential

προφορά
adj. lebenswichtig, nötig, wesentlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - essential

προφορά
n. perlu: hal yg perlu, sifat dasar
a. esensiil, perlu sekali, intisari: yg berkenaan dgn intisari

Αγγλικά → Ιταλικά - essential

προφορά
agg. essenziale, indispensabile; sostanziale; fondamentale, basilare

Αγγλικά → Πολωνικά - essential

προφορά
a. istotny, merytoryczny, zasadniczy, podstawowy, kardynalny, kapitalny, niezbędny, rdzenny, esencjonalny, konstytutywny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - essential

προφορά
adj. essencial, necessário, básico

Αγγλικά → Ρουμανικά - essential

προφορά
n. esenţă, lucruri de primă necesitate
a. esenţial, fundamental, capital, primordial, necesar, absolut

Αγγλικά → Ρωσικά - essential

προφορά
прил. необходимый, составляющий сущность, основной, неотъемлемый, существенный, весьма важный, ценный

Αγγλικά → Ισπανικά - essential

προφορά
adj. esencial, elemental, fundamental, imprescindible, indispensable, inherente, medular, necesario, primordial, sustancial, vital

Αγγλικά → Τουρκικά - essential

προφορά
s. köklü, esaslı, başlıca, gerekli, zorunlu, esans türünden
i. asıl gerekli şey, esas özellik, esas olan şey

Αγγλικά → Ουκρανικά - essential

προφορά
n. суть, основне
a. неодмінний, істотний, суттєвий

Αγγλικά → Ολλανδικά - essential

προφορά
bn. essentieel, nodig, fundamenteel

Αγγλικά → Αραβικά - essential

προφορά
‏أصول، عنصر أساسي، نقطة رئيسية‏
‏جوهرى، أساسى، كامل، عطري، جوهري، حقيقي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - essential

προφορά
(形) 必要的, 本质的, 重要的

Αγγλικά → Κινεζικά - essential

προφορά
(形) 必要的, 本質的, 重要的

Αγγλικά → Χίντι - essential

προφορά
n. सार, तत्त्व, इत्र, आसव, जीवन की साधारण आवश्यकताएं
a. आवश्यक, सारभूत, मूलभूत, मौलिक, नित्य, सारपूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - essential

προφορά
(形) 本質の; 完全な; 絶対的な; 必須の; 主たる

Αγγλικά → Κορεατικά - essential

προφορά
형. 필수적인, 기초적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - essential

προφορά
a. thuộc về bản thể, thuộc về bản chất, cần thiết, quan trọng

Γερμανικά → Κινεζικά - essential

προφορά
[das]本质。必需品。不可缺少。


dictionary extension
© dictionarist.com