Αγγλικά → Ελληνικά - essence

προφορά
ουσ. ουσία, μύρο, αιθέριο έλαιο, απόσταγμα

Αγγλικά → Αγγλικά - essence

προφορά
n. inherent nature of something, spirit, central or outstanding characteristic; extract obtained from a plant or other substance by means of distillation; perfume, scent
n. petrol, gas; spirit, essence; juice; gift, natural talent
n. essence, perfume; extract, concentrate

Αγγλικά → Γαλλικά - essence

προφορά
n. essence, fond, essentiel

Αγγλικά → Γερμανικά - essence

προφορά
n. Essenz, Hauptsache, Wesentliche

Αγγλικά → Ινδονησιακά - essence

προφορά
n. inti, intisari, pokok, sari, teras, esensi, esens

Αγγλικά → Ιταλικά - essence

προφορά
s. essenza, sostanza, intima natura; estratto; (Chim) olio essenziale

Αγγλικά → Πολωνικά - essence

προφορά
n. istota, sedno, treść, esencja, ekstrakt, wyciąg, wykwit, szczyt

Αγγλικά → Πορτογαλικά - essence

προφορά
s. essência, a importância

Αγγλικά → Ρουμανικά - essence

προφορά
n. esenţă, fiinţă, miez, substanţă, fond, conţinut, măduvă, sâmbure, spirit, geniu

Αγγλικά → Ρωσικά - essence

προφορά
с. сущность, существо; эссенция, экстракт; духи, аромат; бензин

Αγγλικά → Ισπανικά - essence

προφορά
s. esencia, ser

Αγγλικά → Τουρκικά - essence

προφορά
i. esas, öz, cevher, ruh, nitelik, esans

Αγγλικά → Ουκρανικά - essence

προφορά
n. суть, сутність, існування, субстрат, есенція, навар

Γαλλικά → Αγγλικά - essence

προφορά
(f) n. petrol, gas; spirit, essence; juice; gift, natural talent

Ολλανδικά → Αγγλικά - essence

προφορά
n. essence, perfume; extract, concentrate

Αγγλικά → Ολλανδικά - essence

προφορά
zn. kern, hoofdzaak, essentie

Γαλλικά → Γερμανικά - essence

προφορά
n. essenz, art, sprit, benzin, wesen

Γαλλικά → Ιταλικά - essence

προφορά
1. (combustible) benzina (f)
2. (conversation) sostanza (f); essenza (f); succo (m); nocciolo (m)
3. (connaissance) elementi essenziali; basi (fp)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - essence

προφορά
1. (combustible) gasolina (f); gás (m) {slang}
2. (conversation) ponto principal; âmago da questão
3. (connaissance) fundamentos básicos; base (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - essence

προφορά
n. суть (f), сущность (f), существо (f), эссенция (f), характер (f), сердцевина (f), горючее (f), бензин (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - essence

προφορά
1. (combustible) gasolina (f)
2. (conversation) esencia (f); quid (m)
3. (connaissance) fundamentos (mp); base (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - essence

προφορά
[la] benzin; esans; ruh, uçucu sıvı; öz; özüt; orman ağacı cinsi

Γαλλικά → Ολλανδικά - essence

προφορά
1. (combustible) benzine (m/f)
2. (conversation) kern (m/f); hoofdgedachte (f); essentie (f)
3. (connaissance) essentiële punten (p); basiskennis (f)

Αγγλικά → Αραβικά - essence

προφορά
‏قلب، خلاصة، الجوهر، الماهية، الذات، الروح، محلول مادة، العطر، جوهر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - essence

προφορά
(名) 基本, 原素, 本质

Αγγλικά → Κινεζικά - essence

προφορά
(名) 基本, 原素, 本質

Αγγλικά → Χίντι - essence

προφορά
n. सार, तत्त्व, मूलतत्त्व, निष्कर्ष, सारांश, अतर, इत्र, आसव, अरक, अर्क

Αγγλικά → Ιαπωνικά - essence

προφορά
(名) 本質; エキス

Αγγλικά → Κορεατικά - essence

προφορά
명. 본질, 정수; 추출물, 식물이나 다른 물질에서 증수하여 얻은 물질; 향수

Αγγλικά → Βιετναμικά - essence

προφορά
n. bản thể, nguyên thể, bản chất, nguyên chất, chất dầu nguyên chất, dầu thơm nguyên chất, chất tính, chất rút, chất ép


dictionary extension
© dictionarist.com