Αγγλικά → Ελληνικά - esprit

προφορά
ουσ. πνεύμα

Αγγλικά → Αγγλικά - esprit

προφορά
n. lively wit, sprightliness
n. mind, wit, spirit; intellect, sense; head, esprit; vein, life
n. esprit, lively wit, sprightliness

Αγγλικά → Γαλλικά - esprit

προφορά
n. présence d'esprit

Αγγλικά → Γερμανικά - esprit

προφορά
n. Geist; Intelektuell

Αγγλικά → Ινδονησιακά - esprit

προφορά
n. jiwa, semangat

Αγγλικά → Ιταλικά - esprit

προφορά
s. spirito (francese)

Αγγλικά → Πορτογαλικά - esprit

προφορά
s. espírito, tenacidade, vivacidade

Αγγλικά → Ρωσικά - esprit

προφορά
с. дух, остроумие, живость ума

Αγγλικά → Ισπανικά - esprit

προφορά
s. Espíritu, (Dios, los ángeles y el alma humana son espíritus); Ente imaginario como los duendes, genios, gnomos)

Αγγλικά → Τουρκικά - esprit

προφορά
i. ruh, can, neşe

Αγγλικά → Ουκρανικά - esprit

προφορά
n. дух, розум, дотеп

Γαλλικά → Αγγλικά - esprit

προφορά
(m) n. mind, wit, spirit; intellect, sense; head, esprit; vein, life

Γερμανικά → Αγγλικά - esprit

προφορά
n. esprit, wit

Ολλανδικά → Αγγλικά - esprit

προφορά
n. esprit, lively wit, sprightliness

Αγγλικά → Ολλανδικά - esprit

προφορά
zn. diepe gedachte, inspiratie

Γαλλικά → Γερμανικά - esprit

προφορά
n. geist, verstand, intellekt, witz, mensch, genius, esprit

Γαλλικά → Ιταλικά - esprit

προφορά
1. (cerveau) mente (f)
2. (conversation) spirito (m)
3. (personne) spirito (m) 4. (caractère facétieux) spiritosaggine (f); arguzia (f); spirito (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - esprit

προφορά
1. (cerveau) mente (f)
2. (conversation) espírito (m)
3. (personne) espírito (m) 4. (caractère facétieux) humor (m); espírito (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - esprit

προφορά
n. дух (m), ум (m), рассудок (m), остроумие (m), сознание (m), сметка (m), смысл (m), спирт (m), привидение (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - esprit

προφορά
1. (cerveau) mente (f)
2. (conversation) ingenio (m); agudeza (f)
3. (personne) espíritu (m) 4. (caractère facétieux) jocosidad (f); agudeza (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - esprit

προφορά
[le] akıl, zekâ; zihin, muhakeme; tin, ruh; düşünüş; karakter; cin, peri; mizah, espri

Γερμανικά → Γαλλικά - esprit

προφορά
n. esprit (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - esprit

προφορά
n. spirito (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - esprit

προφορά
n. остроумие (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - esprit

προφορά
i. espri (m)

Ολλανδικά → Γαλλικά - esprit

προφορά
(gesprek) esprit (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - esprit

προφορά
1. (cerveau) geest (m)
2. (conversation) esprit (m); gevatheid (f)
3. (personne) geest (m) 4. (caractère facétieux) geestigheid (f); grappigheid (f)

Αγγλικά → Αραβικά - esprit

προφορά
‏ظرف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - esprit

προφορά
(名) 精神; 机敏; 勃勃生气

Αγγλικά → Κινεζικά - esprit

προφορά
(名) 精神; 機敏; 勃勃生氣

Αγγλικά → Ιαπωνικά - esprit

προφορά
(名) 精神; 機知

Αγγλικά → Κορεατικά - esprit

προφορά
명. 정신


dictionary extension
© dictionarist.com