Ισπανικά → Αγγλικά - espontáneo

προφορά
adj. spontaneous, impromptu; unstudied

Ισπανικά → Γαλλικά - espontáneo

προφορά
1. (general) spontané
2. (comportamiento) dégagé; désinvolte; spontané; naturel

Ισπανικά → Γερμανικά - espontáneo

προφορά
a. freiwillig, gutwillig, unaufgefordert, spontan, unwillkürlich, ungezwungen, natürlich

Ισπανικά → Ρωσικά - espontáneo

προφορά
adj. стихийный, непосредственный

Ισπανικά → Κορεατικά - espontáneo

προφορά
adj. 자발적, 자연의, 자연스러운


dictionary extension
© dictionarist.com