Ισπανικά → Αγγλικά - especie

προφορά
[especie (f)] n. species, subdivision of a genus; sort, kind; description; idea, notion; remark

Ισπανικά → Γαλλικά - especie

προφορά
1. (grupo) sorte (f); espèce (f)
2. (zoología) espèce (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - especie

προφορά
n. art, spezies, gattung, genre, sorte, schlag, gerücht, gegenstand, stoff, schein

Ισπανικά → Ρωσικά - especie

προφορά
n. вещество, род, сорт, порода

Ισπανικά → Κορεατικά - especie

προφορά
n. 변종, 변태, 사건


dictionary extension
© dictionarist.com