Ισπανικά → Αγγλικά - esfuerzo

προφορά
[esfuerzo (m)] n. effort, attempt; labor; tax, toil; courage

Ισπανικά → Γαλλικά - esfuerzo

προφορά
1. (general) effort (m)
2. (actividad física) effort (m)
3. (general) lutte (f); effort physique; épreuve (f) 4. (tentativa) effort (m); tentative (f); essai (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - esfuerzo

προφορά
n. anstrengung, bestrebung, bemühung, mühe, fleiß, kraftanstrengung, anspannung, beanspruchung, leistung, einsatz, mut, kraft

Ισπανικά → Ρωσικά - esfuerzo

προφορά
n. усилие, напряжение, труд, затраты

Ισπανικά → Κορεατικά - esfuerzo

προφορά
n. 노력, 기도


dictionary extension
© dictionarist.com