Ισπανικά → Αγγλικά - esencial

προφορά
adj. essential, necessary; pivotal; vital; ultimate

Ισπανικά → Γαλλικά - esencial

προφορά
1. (información) essentiel; significatif
2. (importancia) primaire; premier; principal; maître; vital; essentiel; fondamental; cardinal; clef
3. (fundamental) fondamental; essentiel 4. (necesario) essentiel; indispensable; capital

Ισπανικά → Γερμανικά - esencial

προφορά
a. wesentlich, wesenhaft, wichtig, hauptsächlich, ätherisch

Ισπανικά → Ρωσικά - esencial

προφορά
n. основное,
adj. основной, существенный, эфирный

Ισπανικά → Κορεατικά - esencial

προφορά
adj. 본질적, 진수의, 정수의


dictionary extension
© dictionarist.com