Πορτογαλικά → Αγγλικά - escrupuloso

προφορά
adj. religious; clean cut, precise; scrupulous, well-defined

Ισπανικά → Αγγλικά - escrupuloso

προφορά
adj. queasy, qualmish; scrupulous; delicate, tender

Πορτογαλικά → Γαλλικά - escrupuloso

προφορά
(consciencioso) consciencieux; scrupuleux

Ισπανικά → Γαλλικά - escrupuloso

προφορά
1. (despectivo) prude; collet monté
2. (concienzudo) consciencieux; scrupuleux

Ισπανικά → Γερμανικά - escrupuloso

προφορά
a. gewissenhaft, gründlich, akkurat, genau, sorgfältig, sorgsam, peinlich, penibel, ängstlich

Ισπανικά → Ρωσικά - escrupuloso

προφορά
adj. добросовестный, брезгливый

Ισπανικά → Κορεατικά - escrupuloso

προφορά
adj. 꼼꼼한, 결벽한


dictionary extension
© dictionarist.com